Τα τρέχοντα επίπεδα αποτελούν την τρίτη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών και απέχουν κατά πολύ από τους αντίστοιχους μέσους όρους ΕΕ και Ευρωζώνης (-10 και -12 αντίστοιχα). Στην έρευνα επισημαίνεται ότι είναι πιθανόν οι καταναλωτές να έχουν επηρεαστεί από τις τρέχουσες εξελίξεις κατά το μήνα διεξαγωγής της έρευνας και το δυσμενές περιβάλλον το οποίο διαμορφώνεται από την έξαρση του πληθωρισμού, την κρίση της διεθνούς οικονομίας και άλλους παράγοντες και να προεξοφλούν αρνητικές εξελίξεις και στο επόμενο διάστημα. Πάντως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πορεία αυτή εντάσσεται στη γενικότερη τάση υποχώρησης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, σε ολόκληρη την Ευρώπη, η οποία όμως αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στην Ελλάδα. Αναλυτικότερα:
Οι προβλέψεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους, τους προσεχείς 12 μήνες υποχωρούν κατά δέκα μονάδες, με τη διαφορά θετικών - αρνητικών απαντήσεων να διευρύνεται τον Ιανουάριο στο -25 από -15 τον Δεκέμβριο. Η επίδοση αυτή βρίσκεται πολύ χαμηλότερα του μέσου όρου της ΕΕ (-3) και της Ευρωζώνης (-7), ενώ στον αντίποδα βρίσκονται χώρες όπως η Σουηδία και η Φινλανδία που καταλαμβάνουν τις υψηλότερες θέσεις.
Οι προβλέψεις για την πορεία της οικονομικής κατάστασης της χώρας τους προσεχείς 12 μήνες υποχωρούν κατά 15 μονάδες, με τη διαφορά θετικών - αρνητικών προβλέψεων να φθάνει στο -39, πολύ χαμηλότερα του μέσου όρου της ΕΕ αλλά και της Ευρωζώνης (-17 και στις δύο ζώνες). Οι μόνες χώρες με θετικό αντίστοχο ισοζύγιο στην Ευρώπη ωστόσο είναι η Πολωνία (+9) και η Μάλτα (+1).
Η πρόθεση των καταναλωτών για αποταμίευση τους προσεχείς 12 μήνες υποχωρεί σημαντικά, με τη διαφορά αυτών που δηλώνουν ότι θα αυξήσουν / μειώσουν την αποταμίευσή τους στο επόμενο δωδεκάμηνο να διαμορφώνεται στις -52 από -38 μονάδες τον Δεκέμβριο. Οι αντίστοιχοι μέσοι όροι της ΕΕ (-5) και της Ευρωζώνης (-11) απέχουν πολύ από τις επιδόσεις της Ελλάδας. Από τις υπόλοιπες χώρες, η πιο ισχυρή τάση αποταμίευσης καταγράφεται στη Φινλανδία και το Λουξεμβούργο.
Σε ότι αφορά τέλος την εξέλιξη της ανεργίας το προσεχές 12-μήνο, οι προβλέψεις των καταναλωτών επιδεινώνονται επίσης, με τη διαφορά αυτών που βλέπουν άνοδο της ανεργίας σε σχέση με αυτούς που βλέπουν μείωση να διαμορφώνεται στις +42 μονάδες, από +37 τον Δεκέμβριο. Οι αντίστοιχες επιδόσεις πάντως για την ΕΕ και την Ευρωζώνη είναι +14 και +11 αντίστοιχα, ενώ η περισσότερο αισιόδοξη εικόνα στην αγορά εργασίας εξακολουθεί να εντοπίζεται στη Λιθουανία.
Επιδείνωση του οικονομικού κλίματος λόγω πτώσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης
Στην Ελλάδα τον Ιανουάριο ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος υποχώρησε για τέταρτο συνεχή μήνα, φθάνοντας τις 100,6 μονάδες από 104,3 τον Δεκέμβριο. Πρόκειται για επίδοση πολύ χαμηλότερη της αντίστοιχης περυσινής (107,6 μονάδες). Βασική αιτία για την υποχώρηση αυτή είναι η ισχυρή πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Αντίθετα, στους επιχειρηματικούς τομείς καταγράφονται οριακές βελτιώσεις που όμως δεν ήταν αρκετές για να αντισταθμίσουν την έντονη επίδραση των απαισιόδοξων εκτιμήσεων τωνκαταναλωτών. Οι εξελίξεις δηλαδή του τελευταίου μήνα φαίνεται να επηρεάζουν καθοριστικά τις απόψεις των καταναλωτών σε αντίθεση με τις απόψεις των επιχειρήσεων που δείχνουν ανθεκτικότερες.
Στη Βιομηχανία οι προσδοκίες για την παραγωγική δραστηριότητα τους επόμενους μήνες βελτιώνονται, αλλά περιορίζονται οι εκτιμήσεις για τον όγκο των παραγγελιών. Στις Υπηρεσίες, οι προσδοκίες για την πορεία της ζήτησης το προσεχές τρίμηνο βελτιώνονται ελαφρά, στο Λιανικό Εμπόριο οι μεταβολές είναι οριακές, ενώ στις Κατασκευές αν και αμβλύνεται ελαφρά η έντονη απαισιοδοξία των τελευταίων ετών για το επίπεδο εργασιών, οι εκτιμήσεις παραμένουν δυσμενείς. Η ευρεία πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης που επηρεάζει καθοριστικά το οικονομικό κλίμα οφείλεται σε επιδείνωση όλων των επιμέρους παραμέτρων. Έτσι επιδεινώνονται οι εκτιμήσεις για τη γενική οικονομική κατάσταση της χώρας, την πρόθεση αποταμίευσης, τη χρηματοοικονομική κατάσταση του νοικοκυριού και



