Έτσι στην Ελλάδα, με βάση την ΤτΕ ο εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (αυτός που συγκρίνεται στην ευρωζώνη με βάση τα ίδια αγαθά - ΕνΔΤΚ) αυξήθηκε οριακά στο 2,9% τον Δεκέμβριο από 2,8% τον Νοέμβριο, και αυτό αποδίδεται στους αυξημένους ρυθμούς τόσο στις συνιστώσες των τροφίμων, όσο και σε ένα λιγότερο αρνητικό ρυθμό στα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά.
Στη ζώνη του ευρώ ο ΕνΔΤΚ μειώθηκε στο 2,0% τον Δεκέμβριο του 2025 από 2,1% τον Νοέμβριο (προκαταρκτική εκτίμηση). Αυτή η εξέλιξη οφείλεται σε οριακές μειώσεις στους ρυθμούς πληθωρισμού των επεξεργασμένων τροφίμων, των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και σε έντονη πτώση του ενεργειακού πληθωρισμού.
Ο δομικός πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ εξαιρουμένων της ενέργειας και των τροφίμων) υποχώρησε επίσης στο 2,3% τον Δεκέμβριο από 2,4% τον Νοέμβριο, καθώς και οι δύο συνιστώσες του κατέγραψαν οριακές μειώσεις.
Σύμφωνα με τον Δείκτη PMI του Δεκεμβρίου, ο πληθωρισμός των τιμών εισροών στον τομέα της μεταποίησης αυξήθηκε, με τις εταιρείες να αυξάνουν επίσης τις τιμές πώλησής τους, αν και με ρυθμό που ήταν από τους χαμηλότερους το 2025, καθώς οι εταιρείες επιδίωξαν να παραμείνουν ανταγωνιστικές.
Η έρευνα για τις εταιρείες του Δεκεμβρίου δείχνει ανάμεικτες προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε όλους τους επιχειρηματικούς τομείς, με τις προσδοκίες για τις τιμές πώλησης να αυξάνονται στο λιανικό εμπόριο και στους τομείς των υπηρεσιών, ενώ μειώνονται στους τομείς της βιομηχανίας και των κατασκευών.
Η μείωση
Την ίδια ώρα με βάση την ΤτΕ ο γενικός πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ) θα συνεχίσει να επιβραδύνεται το 2026 στο 2,1%, ακολουθούμενος από μια μικρή αύξηση το 2027 στο 2,2%. Ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω στο 2,5% το 2028 λόγω της ενσωμάτωσης της επίδρασης του ETS2 στην ενεργειακή συνιστώσα.
Όπως αναφέρεται, ο πυρήνας του πληθωρισμού (ΕνΔΤΚ, εξαιρουμένων των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων) προβλέπεται να μειωθεί κυρίως λόγω του χαμηλότερου πληθωρισμού των υπηρεσιών. Αναμένεται να μειωθεί στο 2,0% έως το 2027.
Το 2028 ο πυρήνας του πληθωρισμού αναμένεται να αυξηθεί στο 2,3% λόγω της σημαντικής αύξησης του πληθωρισμού των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών, ως αποτέλεσμα των αυξημένων αναμενόμενων τιμών των βασικών εμπορευμάτων.
Διεθνής εικόνα
Όπως αναφέρει η ΤτΕ, οι πρόσφατες εξελίξεις στον πληθωρισμό παραμένουν άνισες παγκοσμίως, με σταδιακή συγκράτηση στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες, πρόσφατη υποχώρηση στην Ιαπωνία και ανανεωμένη ανοδική πίεση στην Κίνα. Όπως αναφέρει η ΤτΕ στις αρχές του 2026, οι τιμές του αργού πετρελαίου άρχισαν να αυξάνονται εν μέσω αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, μετά την καθοδική πίεση στο τέλος του 2025, λόγω της υπερβολικής προσφοράς.
Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου αυξήθηκαν τον τελευταίο μήνα εν μέσω ανανεωμένων ανησυχιών για την ασφάλεια του εφοδιασμού. Οι τιμές των βιομηχανικών μετάλλων αυξήθηκαν, ενώ τα γεωργικά προϊόντα παρέμειναν γενικά σταθερές αλλά πιο ασταθείς.
Για περισσότερα από δύο χρόνια, το κόστος μεταφοράς κυμαίνεται σε σχετικά υψηλά επίπεδα λόγω των επιθέσεων σε πλοία στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας από τους αντάρτες Χούθι, οι οποίες οδήγησαν αρκετές εταιρείες μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων να αναστείλουν τη διέλευση μέσω αυτής της περιοχής. Η πρόσφατη αύξηση αντανακλά την υψηλότερη εποχιακή ζήτηση ενόψει της Κινεζικής Πρωτοχρονιάς. Ο χρόνος ταξιδιού κυμαίνεται στο προ της πανδημίας επίπεδο.
Τα νοικοκυριά
Σοβαρή οικονομική πίεση, περιορισμένη αγοραστική δύναμη και έντονη αβεβαιότητα χαρακτηρίζουν σήμερα τα νοικοκυριά της Αττικής, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της νέας Έρευνας Γνώμης Καταναλωτών που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ), από την εταιρεία RASS.
Η ακρίβεια με βάση την έρευνα αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο, με περισσότερους από 8 στους 10 πολίτες να δηλώνουν ότι έχουν επηρεαστεί πολύ ή αρκετά από την άνοδο των τιμών, ενώ το 74% αναφέρει ότι η αγοραστική του δύναμη έχει επιδεινωθεί τα τελευταία δύο χρόνια. Παράλληλα, σχεδόν 8 στους 10 πολίτες έχουν αναγκαστεί να μειώσουν δαπάνες, ακόμη και σε βασικές κατηγορίες όπως τρόφιμα, ενέργεια και υπηρεσίες υγείας.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το εύρημα ότι οι πολίτες αντιλαμβάνονται εκτεταμένα φαινόμενα στρεβλώσεων και αθέμιτων πρακτικών σε βασικούς κλάδους της οικονομίας. Οι τομείς που συγκεντρώνουν τις περισσότερες αναφορές είναι τα τρόφιμα, η ενέργεια και τα καύσιμα, δηλαδή αγαθά πρώτης ανάγκης που επηρεάζουν άμεσα το κόστος ζωής. Παράλληλα, το 68% θεωρεί ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν ελέγχουν επαρκώς την αγορά.
Το περιβάλλον αυτό υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για τις υγιείς επιχειρήσεις που λειτουργούν με όρους θεμιτού ανταγωνισμού.
Στον τομέα της υγείας, καταγράφεται σαφής διαφοροποίηση μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών. Περίπου 6 στους 10 πολίτες δηλώνουν ικανοποιημένοι από τις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, ενώ μόλις 4 στους 10 από τις δημόσιες. Παρά τη χαμηλότερη ικανοποίηση, το δημόσιο σύστημα παραμένει βασικός πυλώνας νοσηλείας, κυρίως λόγω κόστους και καθολικής πρόσβασης.
Η ασφάλιση υγείας αντιμετωπίζεται κυρίως ως εργαλείο κάλυψης σοβαρών περιστατικών (νοσηλεία) και λιγότερο ως μέσο καθημερινής φροντίδας.
Η έρευνα καταδεικνύει ότι η ασφάλιση στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό υποχρεωτική επιλογή (π.χ. αυτοκίνητο) και όχι συνειδητή πράξη πρόληψης. Σημαντικό ποσοστό πολιτών δεν διαθέτει ασφαλιστικό προϊόν ή έχει διακόψει συμβόλαια λόγω υψηλού κόστους ή μη ικανοποιητικών παροχών.
Παράλληλα, καταγράφεται σοβαρό έλλειμμα ασφαλιστικής γνώσης, καθώς πάνω από 8 στους 10 πολίτες αγνοούν βασικές χρεώσεις των συμβολαίων, γεγονός που ενισχύει τη δυσπιστία και την ανασφάλεια απέναντι στον κλάδο.
Οι πολίτες εμφανίζονται μέτρια ικανοποιημένοι από τις τραπεζικές υπηρεσίες, ωστόσο η σχέση με το τραπεζικό σύστημα παραμένει εύθραυστη. Οι τράπεζες χρησιμοποιούνται κυρίως ως υποδομή συναλλαγών και όχι ως φορείς αποταμίευσης ή επένδυσης, ενώ ιδιαίτερα αρνητική είναι η εικόνα για τη διαχείριση των «κόκκινων δανείων» και τις εισπρακτικές εταιρείες.
Επιπλέον, η πλειονότητα των πολιτών δηλώνει χαμηλή εμπιστοσύνη στα ασφαλιστικά προϊόντα που προωθούνται από τις τράπεζες, ενώ σημαντικό ποσοστό αναφέρει ότι η ασφάλιση παρουσιάστηκε ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άλλου τραπεζικού προϊόντος.
Για την έρευνα της RASS ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, δηλώνει:
«Η ακρίβεια έχει πάψει να είναι μια αφηρημένη οικονομική έννοια και έχει μετατραπεί σε καθημερινή δοκιμασία για την κοινωνία και την αγορά. Όπως προκύπτει και από την έρευνα της RASS για λογαριασμό του ΕΕΑ, η αύξηση των τιμών επηρεάζει άμεσα την ποιότητα ζωής των πολιτών, συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα και περιορίζει τη δυνατότητα επιλογών, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη λειτουργία των βασικών μηχανισμών της οικονομίας.
Οι πολίτες αισθάνονται ότι η αγορά δεν λειτουργεί πάντα με όρους διαφάνειας και θεμιτού ανταγωνισμού, γεγονός που επιβαρύνει τόσο τους καταναλωτές όσο και τις υγιείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παράλληλα, στην έρευνα αναδεικνύονται σημαντικά ζητήματα εμπιστοσύνης σε τομείς όπως η υγεία, η ασφάλιση και το τραπεζικό σύστημα, με κυρίαρχο αίτημα την προσβασιμότητα, τη σαφήνεια και τη δικαιοσύνη.
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, στήριξη της αγοραστικής δύναμης, διαφάνεια και επένδυση στην οικονομική παιδεία. Μόνο έτσι μπορεί να προστατευθεί η πραγματική οικονομία και να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή».






