Πιο συγκεκριμένα:
- Η πρωτοβουλία της Ένωσης Κεφαλαιακών Αγορών που ξεκίνησε η ΕΕ το 2015 έχει αποτύχει να δημιουργήσει μια ενιαία αγορά κεφαλαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αιτίες γι’ αυτό είναι η δυσανάλογη φορολογική μεταχείριση μεταξύ ιδίων και δανειακών κεφαλαίων, η έλλειψη βάθους στις εθνικές κεφαλαιαγορές, και η ανεπάρκεια των ευρωπαϊκών συνταξιοδοτικών ταμείων που σπάνια επενδύουν σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια ή κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου.
- Η Ενιαία Αγορά δεν έχει ακόμη πετύχει ενιαίες προδιαγραφές και διαδικασίες σε όλη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργώντας σημαντικά εμπόδια στο εμπόριο, παρά τις προσπάθειες που κατά καιρούς έχουν αναληφθεί.
- Το δίκαιο ανταγωνισμού, που δημιουργήθηκε με στόχο να αποτρέψει την συγκέντρωση στην αγορά έχει εμποδίσει εξαγορές και συγχωνεύσεις που θα ήταν ωφέλιμες για τους καταναλωτές και θα βελτίωναν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
- Το Digital Services Act και το Digital Markets Act εισάγουν ένα καθεστώς εκ των προτέρων ρύθμισης που αντιμετωπίζει τις μεγάλες ψηφιακές επιχειρήσεις ως εκ φύσεως προβληματικές, καθώς επιβάλλουν οριζόντιες υποχρεώσεις βάσει μεγέθους και όχι βάσει αποδεδειγμένης αντι-ανταγωνιστικής συμπεριφοράς, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της καινοτομίας, της επιχειρηματικής ευελιξίας και της δυναμικής ανάπτυξης στην ευρωπαϊκή ψηφιακή οικονομία.
Ως βασική κατεύθυνση πολιτικής, η μελέτη προτείνει τη συστηματική απλοποίηση και ενοποίηση του κανονιστικού πλαισίου με έμφαση στη νομική προβλεψιμότητα ώστε η καινοτομία να καθοδηγείται από την αγορά και όχι από διοικητικές αποφάσεις.
Το Policy Paper συντάχθηκε από τον Υπεύθυνο Ερευνητικών Προγραμμάτων του ΚΕΦΙΜ Κωνσταντίνο Σαραβάκο και τον Βοηθό Ερευνητικών Προγραμμάτων Χρήστο Λούκα.





