Με τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή να μετρά ήδη τρεις εβδομάδες και, κυρίως, χωρίς ενδείξεις άμεσης αποκλιμάκωσης ή σχεδίου εξόδου, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία είναι πλέον ορατές, σύμφωνα με ανάλυση της Τράπεζας Πειραιώς για τον Μάρτιο 2026 (Διεθνείς Μακρο-Οικονομικές Τάσεις Μάρτιος).
Όπως αναφέρει η ανάλυση, «η μεγάλη μείωση των εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις χώρες του Κόλπου – και για χρόνο που δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί – προκαλεί έντονη άνοδο των τιμών της ενέργειας και του κόστους μεταφοράς των εμπορευμάτων. Κατά συνέπεια, εντείνονται οι ανησυχίες για αναθέρμανση του πληθωρισμού, οι πιέσεις για κρατικές παρεμβάσεις με στόχο τη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, καθώς και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές».
Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με την Τράπεζα Πειραιώς, «η οικονομική δραστηριότητα δυσχεραίνεται περαιτέρω και οι προοπτικές ανάπτυξης καθίστανται λιγότερο ευνοϊκές σε σχέση με τις αρχές του έτους. Παρόλα αυτά, οι μεγάλες οικονομίες εξακολουθούν να αναπτύσσονται με αρκετά ικανοποιητικό ρυθμό».
Το ΑΕΠ
Έτσι, όπως αναφέρει η Τράπεζα Πειραιώς, «στις ΗΠΑ ο ρυθμός ανάπτυξης κατά το Δ΄ τρίμηνο του 2025 διαμορφώθηκε στο 2,0% σε ετήσια βάση (Γ΄ τρίμηνο: 2,3%) και συνολικά το 2025 στο 2,1% (2024: 2,8%). Ο πληθωρισμός βάσει του PCE παραμένει υψηλός σε σχέση με τον στόχο του 2% της Fed, ενώ οι συνθήκες στην αγορά εργασίας προδιαγράφουν σχετική ισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς, με κύριο χαρακτηριστικό τον περιορισμένο αριθμό τόσο των νέων θέσεων εργασίας όσο και των απολύσεων.
Ωστόσο, οι δαπάνες του πολέμου ασκούν επιπλέον πίεση στην ομαλή εκτέλεση του προϋπολογισμού, ενώ περιορίζονται και τα προβλεπόμενα δασμολογικά έσοδα μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, που έκρινε ως αντισυνταγματικούς τους «ανταποδοτικούς» δασμούς και την προσωρινή αντικατάστασή τους από άλλους χαμηλότερους.
Από την άλλη, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε καλύτερη θέση μεταξύ των μεγάλων οικονομιών για τη διαχείριση των ενεργειακών προκλήσεων, λόγω της μεγάλης εγχώριας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου».
Στην Ευρωζώνη, ο ρυθμός ανάπτυξης το 2025 ανήλθε στο 1,4% (2024: 0,9%), ο πληθωρισμός διαμορφώνεται γύρω στο 2%, όσο και ο στόχος της ΕΚΤ, και το ποσοστό ανεργίας βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ενθαρρυντική είναι και η εξέλιξη των πρόδρομων επιχειρηματικών δεικτών ΡΜΙ, οι οποίοι για πρώτη φορά από τον Ιούνιο του 2022 καταδεικνύουν επέκταση της δραστηριότητας, εν μέρει αντανακλώντας την αισιοδοξία από τη δρομολόγηση των αυξημένων αμυντικών δαπανών. Ταυτόχρονα, οι καταναλωτές εμφανίζονται λιγότερο απαισιόδοξοι.
Ωστόσο, η έλλειψη επαρκών ενεργειακών πηγών στο έδαφός της και η συνακόλουθη ανάγκη μεγάλων εισαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου καθιστούν την Ευρωζώνη ιδιαίτερα ευάλωτη σε περιπτώσεις περιορισμού της προσφοράς, με αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών και την έντονη επιβάρυνση των επιχειρήσεων και των καταναλωτών», καταλήγει η ανάλυση.



