• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Η ακρίβεια «ροκανίζει» μισθούς και αγοραστική δύναμη
09:06 - 07 Μάι 2026

Η ακρίβεια «ροκανίζει» μισθούς και αγοραστική δύναμη

Σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, η ελληνική κατανάλωση δείχνει να εισέρχεται σε περίοδο έντονης κόπωσης, με τα νοικοκυριά να περιορίζουν τις αγορές τους και τις επιχειρήσεις να βλέπουν τον τζίρο να πιέζεται. Τα τελευταία στοιχεία για την καταναλωτική εμπιστοσύνη, τον πληθωρισμό και την πορεία του λιανεμπορίου συνθέτουν μια εικόνα αυξανόμενης επιφυλακτικότητας, με σαφή «καμπανάκια» για το διαθέσιμο εισόδημα και την αντοχή της αγοράς.

Έτσι με βάση το ΙΟΒΕ, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε τον Απρίλιο στις -54,7 μονάδες από -52,5 τον Μάρτιο, διατηρώντας την Ελλάδα στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την αισιοδοξία των καταναλωτών. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς στην ΕΕ ο δείκτης διαμορφώθηκε στις -19,4 μονάδες και στην Ευρωζώνη στις -20,6.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν σαφή επιδείνωση της ψυχολογίας των νοικοκυριών. Το 71% εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε το τελευταίο δωδεκάμηνο, ενώ το 69% αναμένει νέα επιδείνωση μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Παράλληλα, το 75% προβλέπει χειρότερη πορεία για την ελληνική οικονομία, γεγονός που αποτυπώνει τη βαθιά αβεβαιότητα που επικρατεί στην αγορά.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η έντονη πτώση της πρόθεσης για αποταμίευση. Ο σχετικός δείκτης κατρακύλησε στις -74,9 μονάδες από -67,7 τον Μάρτιο, με το 88% των νοικοκυριών να δηλώνει ότι δεν θεωρεί πιθανό να μπορέσει να αποταμιεύσει μέσα στον επόμενο χρόνο. Την ίδια στιγμή, αυξάνεται το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι αντλούν χρήματα από τις αποταμιεύσεις τους για να καλύψουν καθημερινές ανάγκες, ενώ το 63% αναφέρει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα».

Η ασφυκτική πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα και στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Η πρόθεση για μείζονες αγορές –όπως ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα και λοιπά διαρκή αγαθά– εξασθένησε περαιτέρω, με το 58% των πολιτών να δηλώνει ότι θα περιορίσει ακόμη περισσότερο τις δαπάνες του το επόμενο διάστημα.

Η αγορά

Η εικόνα αυτή μεταφέρεται άμεσα και στην αγορά. Παρά τις επιμέρους εστίες ανθεκτικότητας, η συνολική κατανάλωση εμφανίζει σημάδια κόπωσης, καθώς οι καταναλωτές στρέφονται όλο και περισσότερο σε φθηνότερες επιλογές, αναβάλλοντας αγορές και περιορίζοντας τη συχνότητα των δαπανών τους.

Σύμφωνα με έρευνα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών για την πασχαλινή περίοδο, τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις κατέγραψαν μείωση πωλήσεων σε σχέση με πέρυσι, επιβεβαιώνοντας την επιβράδυνση που καταγράφεται συνολικά στην αγορά από τις αρχές του έτους. Η στροφή των καταναλωτών σε οικονομικότερα προϊόντα καταγράφηκε τόσο στην Αττική όσο και στην περιφέρεια, αποτυπώνοντας τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης.

Ο πρόεδρος του ΕΕΑ, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, έκανε λόγο για συνεχιζόμενη πίεση στα νοικοκυριά και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σημειώνοντας ότι η ακρίβεια και η άνοδος του πληθωρισμού «ροκανίζουν» το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, παρά τις αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις. Όπως τόνισε, το αυξημένο λειτουργικό κόστος και η πτώση της κατανάλωσης περιορίζουν τον τζίρο των επιχειρήσεων, εντείνοντας την ανάγκη για νέες παρεμβάσεις στήριξης.

Την ίδια ώρα, η αγορά λιανικής εμφανίζει έντονες διαφοροποιήσεις ανά κλάδο. Στα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι δεν αναμένονται ουσιαστικές αυξήσεις τζίρου μέσα στο 2026, καθώς η πτώση των μέσων τιμών αντισταθμίζει τη ζήτηση. Εξαίρεση αποτελεί η κατηγορία των στεγνωτηρίων, που συνεχίζει να κινείται ανοδικά.

Αντίθετα, τα σούπερ μάρκετ διατηρούν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως λόγω των αυξήσεων στις τιμές και της ενίσχυσης των πωλήσεων στα νωπά προϊόντα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Circana, οι συνολικές πωλήσεις του κλάδου ανήλθαν στα 3,494 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, αυξημένες κατά 6,9% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η ανάπτυξη στα φρέσκα προϊόντα –κρέας, ψάρια, φρούτα, λαχανικά και αρτοσκευάσματα– που κατέγραψαν άνοδο 9,1%.

Ωστόσο, ακόμη και στον κλάδο των σούπερ μάρκετ, οι αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών είναι εμφανείς. Οι online παραγγελίες μειώθηκαν κατά 4%, ενώ αυξήθηκε η μέση αξία του «καλαθιού», καθώς τα νοικοκυριά περιορίζουν τη συχνότητα των αγορών τους και επιλέγουν πιο «γεμάτες» παραγγελίες για να μειώσουν το κόστος μεταφοράς. Το ηλεκτρονικό κανάλι παραμένει στάσιμο, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 3% του συνολικού τζίρου του κλάδου.

Καθοριστικός παράγοντας για την πορεία της κατανάλωσης παραμένει ο πληθωρισμός, ο οποίος στην Ελλάδα συνεχίζει να κινείται αισθητά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στο 4,6% από 3,4% τον Μάρτιο, όταν στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3%.

Η νέα άνοδος συνδέεται κυρίως με το «ράλι» στην ενέργεια και τα καύσιμα, καθώς ο δείκτης ενέργειας εκτινάχθηκε στο 21,9% από 7,7% τον προηγούμενο μήνα. Τρόφιμα, μεταφορές και υπηρεσίες εξακολουθούν επίσης να ασκούν ισχυρές πιέσεις στο κόστος ζωής, εντείνοντας την ανησυχία για νέα επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών.

Παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα, πιο σύνθετη φάση πληθωριστικών πιέσεων, όπου η ενέργεια, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και το υψηλό κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εύθραυστο περιβάλλον. Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι αν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών θα μπορέσει να αντέξει τη διαρκή πίεση ή αν η επιβράδυνση της κατανάλωσης θα μετατραπεί σε πιο γενικευμένη κάμψη της αγοράς τους επόμενους μήνες.

Τελευταία τροποποίηση στις 07/05/2026 - 09:27