Η πλειονότητα των επιχειρήσεων δηλώνει «μέτρια» ικανοποίηση από τις πωλήσεις (49%), γεγονός που αποτυπώνει μια αγορά που κινείται χωρίς έντονη δυναμική. Αντίθετα, η επισκεψιμότητα εμφανίζεται πιο ενισχυμένη, με περίπου μία στις τέσσερις επιχειρήσεις να δηλώνει πολύ ή πάρα πολύ ικανοποιημένη. Το εύρημα αυτό καταδεικνύει το γνωστό πλέον χάσμα μεταξύ «κίνησης» και «κατανάλωσης»: οι καταναλωτές επισκέπτονται τα καταστήματα, αλλά ξοδεύουν λιγότερα.
Καθοριστικό στοιχείο της φετινής πασχαλινής περιόδου είναι η πτώση των πωλήσεων σε σχέση με το 2025. Στην Αττική, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (49%) δηλώνουν χειρότερη επίδοση, ενώ μόλις το 10% καταγράφει βελτίωση . Σε ετήσια βάση, το 41% των επιχειρήσεων αναφέρει μείωση των πωλήσεων για το 2026, επιβεβαιώνοντας μια γενικότερη επιβράδυνση της αγοράς.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρότι η Αττική παρουσιάζει καλύτερη εικόνα σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα, οι απώλειες παραμένουν σημαντικές. Μάλιστα, για πάνω από 4 στις 10 επιχειρήσεις που κατέγραψαν μείωση, αυτή ξεπέρασε το 20%, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κάμψης . Από την άλλη πλευρά, όσες επιχειρήσεις είδαν αύξηση, αυτή ήταν περιορισμένη: το 62% αυτών κατέγραψε άνοδο μόλις 1% έως 10%.
Η χρονική κατανομή της κατανάλωσης παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Η μεγαλύτερη αγοραστική κίνηση σημειώθηκε πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα (46%), και όχι κατά τη διάρκειά της, όπως παραδοσιακά συνέβαινε. Η «μεγάλη έξοδος» των εκδρομέων φαίνεται ότι επηρέασε αρνητικά την αγορά της πρωτεύουσας, περιορίζοντας τη ζήτηση τις κρίσιμες ημέρες.
Στο επίπεδο της καταναλωτικής συμπεριφοράς, η τάση είναι ξεκάθαρη: κυριαρχία των πιο οικονομικών επιλογών. Τα φθηνότερα προϊόντα ήταν εκείνα που προτιμήθηκαν περισσότερο, επιβεβαιώνοντας ότι τα νοικοκυριά κινούνται με αυξημένη προσοχή και περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα . Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τις γενικότερες πληθωριστικές πιέσεις και το αυξημένο κόστος ζωής.
Σημαντική είναι και η περαιτέρω ενίσχυση των ηλεκτρονικών πληρωμών. Οι συναλλαγές με κάρτα ανέρχονται στο 77%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή μετατόπιση προς το «ψηφιακό πορτοφόλι» και τη μεγαλύτερη διαφάνεια στις συναλλαγές. Ωστόσο, ο ψηφιακός μετασχηματισμός των επιχειρήσεων παραμένει ημιτελής: μόλις το 38% διαθέτει δυνατότητα απομακρυσμένων πωλήσεων, γεγονός που περιορίζει τις ευκαιρίες ανάπτυξης σε ένα increasingly ψηφιακό περιβάλλον.
Τέλος, η εικόνα των παραγγελιών προς προμηθευτές ενισχύει το κλίμα επιφυλακτικότητας. Το 29% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι έκανε λιγότερες παραγγελίες σε σχέση με το 2025, ενώ το 45% διατήρησε τα ίδια επίπεδα. Η στάση αυτή αντανακλά την αβεβαιότητα των εμπόρων και την ανάγκη για περιορισμό ρίσκου.
Συνολικά, η πασχαλινή αγορά του 2026 στην Αττική αποτυπώνει μια οικονομία σε φάση προσαρμογής: οι καταναλωτές είναι παρόντες αλλά πιο συγκρατημένοι, οι επιχειρήσεις λειτουργούν με μειωμένες προσδοκίες και η ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη. Η πρόκληση για το επόμενο διάστημα είναι διπλή: αφενός η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και αφετέρου η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού, ώστε το λιανεμπόριο να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες.
Ολόκληρη η έρευνα εδώ






