Πιο συγκεκριμένα, υπέρ του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων, αλλά με όρους που δεν θα υπονομεύουν τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων, τάσσεται ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιά (ΕΣΠ). Με αφορμή την εφαρμογή νέων ψηφιακών υποχρεώσεων, όπως το ψηφιακό δελτίο αποστολής, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, οι διασυνδέσεις με την ΑΑΔΕ και η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας, ο Σύλλογος μάλιστα επισημαίνει ότι το κόστος συμμόρφωσης αυξάνεται διαρκώς, εξελισσόμενο πλέον σε έναν νέο, μόνιμο πυλώνα λειτουργικών δαπανών για τις επιχειρήσεις.
Αναλυτικά, σύμφωνα με το υπόμνημα που παρουσίασε ο ΕΣΠ, σε συνέντευξη τύπου το πρωί της Τετάρτης 15/7, δίπλα στα παραδοσιακά λειτουργικά έξοδα, όπως τα ενοίκια, η μισθοδοσία, η ενέργεια και οι προμήθειες, έχει προστεθεί τα τελευταία χρόνια ένα ακόμη σταθερό κόστος. Πρόκειται για το λεγόμενο «κόστος συμμόρφωσης» (compliance cost). Σε αυτό περιλαμβάνονται οι δαπάνες για το myDATA και την ηλεκτρονική τιμολόγηση, οι αναβαθμίσεις ERP και εμπορικών προγραμμάτων, οι τραπεζικές χρεώσεις μέσω POS και IRIS, η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας, το Ψηφιακό Δελτίο Αποστολής, αλλά και οι απαιτήσεις για κυβερνοασφάλεια, συμμόρφωση με τον GDPR και τις νέες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις για το ηλεκτρονικό εμπόριο και την προσβασιμότητα.
Όπως επισημαίνεται, το κόστος αυτό δεν αφορά μόνο την αγορά ενός λογισμικού ή την πληρωμή μιας τραπεζικής προμήθειας. Περιλαμβάνει επενδύσεις σε εξοπλισμό, συνδρομές σε ψηφιακές υπηρεσίες, τεχνική υποστήριξη, λογιστικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες, εκπαίδευση προσωπικού, οργανωτικές αλλαγές και σημαντικό χρόνο που αφιερώνει ο επιχειρηματίας για να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις της νομοθεσίας αντί να επικεντρώνεται στην ανάπτυξη της επιχείρησής του.
Πάντως, ο πρόεδρος του ΕΣΠ, Δώρος Καπράλος, ξεκαθάρισε ότι ο εμπορικός κόσμος δεν αντιτίθεται στις μεταρρυθμίσεις ούτε στην ψηφιοποίηση των διαδικασιών. Αντίθετα, όπως ανέφερε, κάθε εργαλείο που ενισχύει τη διαφάνεια και περιορίζει τη φοροδιαφυγή μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος της αγοράς. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η εφαρμογή κάθε νέας υποχρέωσης συνοδεύεται από επιπλέον κόστος, το οποίο σήμερα επωμίζονται σχεδόν αποκλειστικά οι επιχειρήσεις.
«Δεν λέμε όχι στην ψηφιακή συμμόρφωση. Πρέπει όμως να γίνει στον σωστό χρόνο, με διαφάνεια στις χρεώσεις και χωρίς να μετατρέπεται σε δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος επικαλέστηκε την Έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία επισημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επιβαρύνονται από τη διαρκή συσσώρευση νέων κανονιστικών υποχρεώσεων χωρίς αντίστοιχη μείωση της γραφειοκρατίας. Όπως σημείωσε, η έκθεση προτείνει τη μείωση των διοικητικών και κανονιστικών βαρών κατά 25% συνολικά και κατά 35% για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κατεύθυνση που, σύμφωνα με τον ΕΣΠ, θα πρέπει να υιοθετηθεί και στην Ελλάδα.
«Ένα δεύτερο ενοίκιο»
Ο κ. Καπράλος υποστήριξε ότι οι δαπάνες για λογισμικά, παρόχους ηλεκτρονικής τιμολόγησης, υπηρεσίες διασύνδεσης, αναβαθμίσεις και τεχνική υποστήριξη έχουν μετατραπεί πλέον σε ένα νέο πάγιο λειτουργικό έξοδο.
Όπως ανέφερε, μια μικρή επιχείρηση που καταβάλλει μηνιαίο ενοίκιο 500 ευρώ μπορεί να χρειάζεται σχεδόν άλλο ένα αντίστοιχο ποσό μόνο για να καλύψει τις υποχρεωτικές ψηφιακές απαιτήσεις. Ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες αντιμετωπίζουν, σύμφωνα με τον ίδιο, οι επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους, καθώς πέρα από το κόστος των παρόχων απαιτείται συχνά και επιπλέον προσωπικό για τη διαχείριση των νέων διαδικασιών.
Ο λογαριασμός
Ενδεικτικά, ο ΕΣΠ υπολογίζει ότι το ετήσιο κόστος συμμόρφωσης κυμαίνεται από 2.000 έως 4.500 ευρώ για μια μικρή επιχείρηση, από 4.000 έως 12.000 ευρώ για μια επιχείρηση περίπου δέκα εργαζομένων με κύκλο εργασιών άνω του ενός εκατ. ευρώ, ενώ στις επιχειρήσεις χονδρικού εμπορίου μπορεί να φθάνει ακόμη και τις 25.000 ευρώ ετησίως.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις σημαντικές διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στις χρεώσεις των παρόχων ηλεκτρονικής τιμολόγησης. Σύμφωνα με τον ΕΣΠ, για την ίδια υπηρεσία επιχειρήσεις λαμβάνουν προσφορές που διαφέρουν έως και κατά 40%, ενώ παρουσιάστηκε χαρακτηριστικό παράδειγμα στο οποίο το κόστος διαχείρισης 6.000 τιμολογίων αυξήθηκε μέσα σε έναν μήνα από 400 σε 560 ευρώ. Παράλληλα, όπως επισημαίνεται στο υπόμνημα, η διαβίβαση ενός τιμολογίου χονδρικής μπορεί να κοστίζει έως και 50 φορές περισσότερο από μια απόδειξη λιανικής, γεγονός που επιβαρύνει ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις του χονδρικού εμπορίου.
Επιφυλάξεις για νέες ψηφιακές υποχρεώσεις
Έντονο προβληματισμό εκφράζει ο Σύλλογος και για την εφαρμογή του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής. Όπως υποστηρίζει, οι επιχειρήσεις έχουν ήδη επενδύσει σημαντικά κεφάλαια για τη διασύνδεση των ταμειακών συστημάτων τους με την ΑΑΔΕ και τα POS, ενώ τα τιμολόγια διαβιβάζονται ηλεκτρονικά. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρεί ότι κάθε νέα υποχρέωση θα πρέπει να αξιολογείται με βάση την πραγματική προστιθέμενη αξία που προσφέρει σε σχέση με το κόστος που δημιουργεί.
Αντίστοιχες επιφυλάξεις διατυπώνονται και για το πώς εφαρμόζεται η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας, με τον ΕΣΠ να υποστηρίζει ότι ε΄ναι προφανώς θετικό μέτρο, ωστόσο μια τέτοια δράση θα πρέπει να συνοδεύεται από ανάλογες ψηφιακές βοήθειες. Δηλαδή, η υποχρεωτική εφαρμογή νέων ψηφιακών εργαλείων θα πρέπει να συνοδεύεται από δωρεάν ή οικονομικά προσιτές λύσεις, ιδιαίτερα για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Από την πλευρά του, ο ταμίας του Συλλόγου, Νίκος Ορφανός, στάθηκε στις τραπεζικές προμήθειες που εξακολουθούν να επιβαρύνουν κάθε ηλεκτρονική συναλλαγή. Όπως σημείωσε, το σύστημα IRIS αποτελεί χρήσιμη διευκόλυνση για τις πληρωμές, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει συνολικά το ζήτημα του κόστους των συναλλαγών και των προμηθειών που καταβάλλουν οι εμπορικές επιχειρήσεις.
Οι προτάσεις προς την κυβέρνηση
Στο φόντο αυτό ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιά αναμένεται να θέσει τις θέσεις του στις επαφές που προγραμματίζει με την κυβέρνηση και τα συναρμόδια υπουργεία, ζητώντας ένα πιο ισορροπημένο πλαίσιο εφαρμογής των ψηφιακών μεταρρυθμίσεων.
Μεταξύ των προτάσεων που καταθέτει περιλαμβάνονται η καθιέρωση υποχρεωτικής εκτίμησης του κόστους συμμόρφωσης πριν από κάθε νέα φορολογική ή ψηφιακή υποχρέωση, η εφαρμογή ειδικού «SME Test» για την αξιολόγηση των επιπτώσεων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, φορολογικά κίνητρα για τις δαπάνες ψηφιακής συμμόρφωσης, μεγαλύτερη διαφάνεια στις χρεώσεις των παρόχων ηλεκτρονικής τιμολόγησης και περιορισμός των τραπεζικών προμηθειών. Παράλληλα, εισηγείται επαρκείς μεταβατικές περιόδους για κάθε νέα υποχρέωση, στοχευμένα προγράμματα στήριξης μέσω ΕΣΠΑ και Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και τη δημιουργία ενός Εθνικού Παρατηρητηρίου Κόστους Συμμόρφωσης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Όπως υπογραμμίζει ο ΕΣΠ, η ψηφιακή μετάβαση αποτελεί αναγκαία εξέλιξη και μπορεί να ενισχύσει τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της αγοράς. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η επιτυχία της προϋποθέτει ένα πλαίσιο εφαρμογής που δεν θα μεταφέρει διαρκώς νέο διοικητικό και οικονομικό βάρος στις επιχειρήσεις, αλλά θα διασφαλίζει ότι η συμμόρφωση δεν θα εξελιχθεί σε τροχοπέδη για την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.



