• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΙΟΒΕ: Ανάπτυξη 1,8% και πληθωρισμός 4% το 2026 – «Αγκάθι» το στεγαστικό
20:50 - 15 Οκτ 2026

ΙΟΒΕ: Ανάπτυξη 1,8% και πληθωρισμός 4% το 2026 – «Αγκάθι» το στεγαστικό

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Δύο από τις σημαντικότερες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, το επίμονο εξωτερικό έλλειμμα και η οξυμένη στεγαστική κρίση, αναδεικνύει η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ για το τρίτο τρίμηνο του 2026, προειδοποιώντας παράλληλα για την επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων και τις προκλήσεις στη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής.  

Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών διευρύνθηκε στα 9,3 δισ. ευρώ το πρώτο επτάμηνο του έτους, από 7,8 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενώ το κόστος στέγασης στην Ελλάδα αντιστοιχούσε το 2025 στο 34,6% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, έναντι 18,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ΙΟΒΕ διατηρεί την πρόβλεψή του για ανάπτυξη 1,8% το 2026, ενώ για το 2027 εκτιμά ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης θα διαμορφωθεί στο 1,9%, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 2%. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός αναμένεται να φτάσει το 4% φέτος και να αποκλιμακωθεί στο 3% το επόμενο έτος, καθώς οι πιέσεις από την ενέργεια, τα τρόφιμα και τη στέγαση εξακολουθούν να επιβαρύνουν τα νοικοκυριά.

Διευρύνεται το εξωτερικό έλλειμμα

Όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση, το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών αυξήθηκε κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026, παρά τη βελτίωση των ισοζυγίων αγαθών και υπηρεσιών. Η επιδείνωση αποδίδεται στην υποχώρηση των ισοζυγίων πρωτογενών και, κυρίως, δευτερογενών εισοδημάτων. Αντίθετα, το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών ενισχύθηκε κατά 681 εκατ. ευρώ, φτάνοντας τα 12,4 δισ. ευρώ.

Η εξέλιξη αναδεικνύει τη διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να καλύψει επαρκώς την εγχώρια ζήτηση μέσω της εγχώριας παραγωγής. Όταν η κατανάλωση και οι επενδύσεις αυξάνονται ταχύτερα από την παραγωγική δυνατότητα της χώρας, ενισχύεται η ανάγκη για εισαγωγές και διευρύνονται οι εξωτερικές ανισορροπίες.

Ανάπτυξη με στήριξη από κατανάλωση και επενδύσεις

Η ελληνική οικονομία διατήρησε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης το δεύτερο τρίμηνο του 2026, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 1,9% σε ετήσια βάση. Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 1,7%, ενώ οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 6,1% και οι συνολικές επενδύσεις κατά 9,6%.

Για το σύνολο του 2026, το ΙΟΒΕ προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,4% και των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 6,5%. Το 2027, η κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,5% και οι επενδύσεις κατά 4%.

Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 2,5% το 2026, ενώ οι εισαγωγές αναμένεται να ενισχυθούν ταχύτερα, κατά 3,6%, εξέλιξη που συνδέεται με την ισχυρή εγχώρια ζήτηση. Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτελεί, παράλληλα, πρόκληση για τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής, καθιστώντας κρίσιμη την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.

Πληθωρισμός 4% και πιέσεις στην αγοραστική δύναμη

Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα αβεβαιότητας. Κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2026, ο εθνικός δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 4%, με τις ανατιμήσεις στην ενέργεια, στα τρόφιμα, στη στέγαση, στη φιλοξενία και στις μεταφορές να επιβαρύνουν το κόστος διαβίωσης.

Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 4% το 2026, πριν υποχωρήσει στο 3% το 2027. Ωστόσο, η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί και από τις εξελίξεις στο ενεργειακό κόστος, καθώς και από τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων χωρίς να τις μετακυλίσουν στους καταναλωτές.

Στην αγορά εργασίας, η ανεργία κινείται κοντά σε χαμηλά επίπεδα, ωστόσο η βελτίωση της απασχόλησης δεν μεταφράζεται με την ίδια ένταση σε αύξηση της αγοραστικής δύναμης. Οι πραγματικές αποδοχές ανά εργαζόμενο το δεύτερο τρίμηνο ήταν μόλις 0,21% υψηλότερες σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα, γεγονός που υπογραμμίζει την πίεση που εξακολουθεί να δέχεται το διαθέσιμο εισόδημα.

Στεγαστική κρίση: Το κόστος απορροφά το 34,6% του εισοδήματος

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το ΙΟΒΕ στο στεγαστικό πρόβλημα, το οποίο κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2025, οι δαπάνες στέγασης αντιστοιχούσαν στο 34,6% του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών, έναντι 18,9% στην ΕΕ.

Η πίεση είναι ακόμη εντονότερη για τους ενοικιαστές, καθώς περίπου έξι στους δέκα δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τη στέγαση. Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι οι άνεργοι, οι νέοι και οι μονογονεϊκές οικογένειες, ενώ το πρόβλημα επεκτείνεται και σε νοικοκυριά με μεσαία εισοδήματα.

Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΟΒΕ, η κρίση δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αυξημένη ζήτηση, αλλά και στη διαχρονική υστέρηση της προσφοράς κατοικιών. Η μακρά περίοδος περιορισμένης οικοδομικής δραστηριότητας, το υψηλό κόστος κατασκευής και ανακαίνισης και η αναντιστοιχία ανάμεσα στις διαθέσιμες κατοικίες και στις περιοχές όπου καταγράφεται μεγαλύτερη ζήτηση δυσχεραίνουν την αποκλιμάκωση των τιμών.

Παρά το γεγονός ότι περίπου το ένα τρίτο του οικιστικού αποθέματος εμφανίζεται κενό, σημαντικό μέρος αφορά εξοχικές ή δευτερεύουσες κατοικίες σε περιφερειακές περιοχές και δεν είναι διαθέσιμο εκεί όπου οι στεγαστικές ανάγκες είναι μεγαλύτερες.

Περισσότερες διαθέσιμες κατοικίες και στοχευμένες παρεμβάσεις

Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι οι πολιτικές αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης πρέπει να εστιάσουν στην αύξηση της προσφοράς και στην καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος. Στο πλαίσιο αυτό, μέτρα όπως η ανακαίνιση κλειστών κατοικιών, τα φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις, η Κοινωνική Αντιπαροχή και η ανάπτυξη φοιτητικής στέγης μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση των διαθέσιμων επιλογών.

Παράλληλα, η ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων αποτελεί μέρος της συζήτησης για την ενίσχυση της προσφοράς στις περιοχές με αυξημένες ανάγκες. Το ΙΟΒΕ προειδοποιεί, ωστόσο, ότι επιδοτήσεις και προγράμματα ενίσχυσης της ζήτησης, όπως το «Σπίτι μου», ενδέχεται να μετακυλιστούν εν μέρει στις τιμές όταν η προσφορά παραμένει ανελαστική.

Για τον λόγο αυτό, η στεγαστική πολιτική χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το εισόδημα, αλλά και την εργασιακή κατάσταση, την περιοχή κατοικίας και το αν το νοικοκυριό είναι ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής. Η στόχευση των παρεμβάσεων θεωρείται κρίσιμη, ώστε η στήριξη να φτάνει σε όσους αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση.

Δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά επίμονες διαρθρωτικές αδυναμίες

Παρά τη θετική πορεία βασικών μακροοικονομικών μεγεθών, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η διατήρηση της ανάπτυξης προϋποθέτει ενίσχυση της παραγωγικότητας, μεγαλύτερη επενδυτική δραστηριότητα και αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών. Η επιμονή του πληθωρισμού, η διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος και το υψηλό κόστος στέγασης συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η αύξηση του ΑΕΠ δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, υπογραμμίζει τη σημασία της παραγωγικότητας και των επενδύσεων για τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή προοπτική, ενώ η οικονομική πολιτική καλείται να συνδυάσει τη δημοσιονομική σταθερότητα με παρεμβάσεις που αντιμετωπίζουν τις πιέσεις στα νοικοκυριά και ενισχύουν την παραγωγική βάση της οικονομίας.

Τελευταία τροποποίηση στις 15/10/2026 - 20:56