Όπως σημείωσε, η διεθνής συγκυρία χαρακτηρίζεται από ριζική αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας, με τις εφοδιαστικές αλυσίδες, την ενέργεια, τις μεταφορές και τα στρατηγικά δίκτυα να αποκτούν καθοριστική σημασία για την ισχύ και την ασφάλεια των κρατών. Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράμμισε ότι οι υποδομές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως επενδύσεις, αλλά αποτελούν βασικούς πυλώνες εθνικής κυριαρχίας, ανθεκτικότητας και κοινωνικής συνοχής.
Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι ακολουθεί την αντίθετη πορεία, αντιμετωπίζοντας κρίσιμες υποδομές ως περιουσιακά στοιχεία προς εκποίηση. Αντί, όπως είπε, να τις προστατεύει, να τις εκσυγχρονίζει και να τις εντάσσει σε έναν ολοκληρωμένο εθνικό σχεδιασμό -αξιοποιώντας και τα εργαλεία του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως έπραξαν άλλα ευρωπαϊκά κράτη- επιμένει σε ένα αποτυχημένο μοντέλο αποσπασματικών ιδιωτικοποιήσεων, χωρίς επαρκή δημόσιο έλεγχο, λογοδοσία και στρατηγική προοπτική.
Ο κ. Ανδρουλάκης υποστήριξε ότι με τις επιλογές της η κυβέρνηση μετατρέπει υποδομές ζωτικής σημασίας από παράγοντες ασφάλειας και ανάπτυξης σε μηχανισμούς μετακύλισης ρίσκου στο Δημόσιο και διασφάλισης κερδών για ιδιωτικά συμφέροντα. Τόνισε μάλιστα ότι το υποτιθέμενο φιλοαναπτυξιακό μοντέλο απέτυχε παταγωδώς στον τομέα του σιδηροδρόμου.
Αναφερόμενος στη διαδικασία κύρωσης της νέας σύμβασης, κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση ζητά από το Κοινοβούλιο να εγκρίνει μια συμφωνία που έχει ήδη υπογραφεί από τις 22 Δεκεμβρίου 2025, στερώντας του ουσιαστικά τον θεσμικό του ρόλο. Όπως είπε, δεν προηγήθηκε διάλογος, αλλά επιβλήθηκαν τετελεσμένα γεγονότα, γεγονός που συνιστά σοβαρό θεσμικό ολίσθημα. Παράλληλα, επεσήμανε ότι δεν έχει παρουσιαστεί καμία αποτίμηση της αρχικής σύμβασης: αν βελτιώθηκε το σιδηροδρομικό έργο, αν ενισχύθηκε η ασφάλεια και αν καλύφθηκαν οι ανάγκες της κοινωνίας. Αντί αυτών, η κυβέρνηση ζητά νέα έγκριση, αγνοώντας -όπως είπε- το παρελθόν, το οποίο όμως στον σιδηρόδρομο έχει συγκεκριμένο όνομα: την τραγωδία των Τεμπών.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, η τροποποίηση της σύμβασης με τη Hellenic Train δεν αποτελεί καμία ουσιαστική αλλαγή, αλλά συνέχεια της ίδιας πολιτικής λογικής. Υποστήριξε ότι δεν ενισχύεται ο δημόσιος έλεγχος, δεν θεσπίζονται ουσιαστικές ρήτρες λογοδοσίας και, αντίθετα, το Δημόσιο επιβαρύνεται περαιτέρω. Όπως είπε, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αξιώσεων αποζημίωσης λόγω της κατάστασης των υποδομών, με τις αστοχίες του σχεδιασμού να μεταφέρονται τελικά στον κρατικό προϋπολογισμό και στους πολίτες.
Καταλήγοντας, σημείωσε ότι η κυβέρνηση, στην πράξη, θωρακίζει την εταιρεία, αποδυναμώνει το Δημόσιο και αφήνει τον πολίτη εκτεθειμένο, τονίζοντας πως πρόκειται όχι για ουσιαστική πολιτική υποδομών, αλλά για καθαρά επικοινωνιακή διαχείριση.






