• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Έτσι «χτίστηκε» η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα: Τώρα τι κάνουμε; Οι προτεινόμενες λύσεις
10:00 - 07 Φεβ 2026

Έτσι «χτίστηκε» η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα: Τώρα τι κάνουμε; Οι προτεινόμενες λύσεις

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα διευρύνεται, σπάει μία σειρά από αρνητικά ρεκόρ και «αγγίζει» ολοένα και περισσότερους πολίτες. Μία εξέλιξη που σύμφωνα με τον Μιχάλη Γουδή, επικεφαλής του γραφείου του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ στη χώρα μας, είναι αναμενόμενη και έχει συγκεκριμένες αιτίες. Μπορεί άραγε να βελτιωθεί η κατάσταση;

Στο παρελθόν, η Αθήνα είχε το προνόμιο να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με σχετικά προσιτό κόστος στέγασης. Ωστόσο, το κόστος της κρίσης χρέους, η συρρίκνωση των εισοδημάτων και το άνοιγμα της αγοράς στον διεθνή ανταγωνισμό έχουν αφήσει έντονο αποτύπωμα στο ελληνικό στεγαστικό οικοσύστημα.

Ανοδικές πιέσεις καταγράφονται πλέον και στη Θεσσαλονίκη, ενώ ιδιαίτερα οξυμένα εμφανίζονται τα προβλήματα στα νησιά. Την ίδια στιγμή, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις δείχνουν, τουλάχιστον προς το παρόν, να μην αποδίδουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Τι μπορεί να γίνει;

Σύμφωνα με τον Μιχάλη Γουδή, απαιτούνται ριζικές θεσμικές τομές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται το στεγαστικό ζήτημα. Όπως επισημαίνει μιλώντας στο «R», για πολλά χρόνια στην Ελλάδα η στέγαση θεωρούνταν υπόθεση ιδιωτικής φύσεως, η οποία δεν έχρηζε ουσιαστικής δημόσιας παρέμβασης.

Χαρακτηρίζει τα μέχρι σήμερα μέτρα από τη μεριά της πολιτείας αποσπασματικά, τονίζοντας την ανάγκη για μια ευρύτερη και πιο συνεκτική προσέγγιση. Τα δεδομένα, όπως σημειώνει, έχουν πλέον αλλάξει, καθώς η λεγόμενη «μεσαία τάξη» έχει αποδυναμωθεί σημαντικά. Απαιτείται, λοιπόν, ένα ολιστικό σχέδιο, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το οποίο θα συνδυάζει διαφορετικές πρακτικές και πολιτικές παρεμβάσεις.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η αυτορρύθμιση της αγοράς δεν μπορεί πλέον να θεωρείται βιώσιμη λύση για το στεγαστικό πρόβλημα, παραπέμποντας σε παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών πόλεων και χωρών, από τα οποία η Ελλάδα θα μπορούσε να αντλήσει έμπνευση, προσαρμόζοντάς τα ωστόσο στις εγχώριες ιδιαιτερότητες.

Σημειώνεται ότι η επεξεργασία προτάσεων για το στεγαστικό αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ, το οποίο διοργάνωσε μεγάλη ημερίδα στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου, με τίτλο «Γιατί δεν λύνεται το στεγαστικό».

Ακολουθεί η συνέντευξη του Μιχάλη Γουδή στο Reporter.gr.

Πώς φτάσαμε στη στεγαστική κρίση στην Ελλάδα;

«To στεγαστικό είναι ένα θέμα που για πολλά χρόνια δεν του δίναμε την αρμόζουσα σημασία. Το προσεγγίζαμε με τη λογική ότι η αγορά θα δώσει τη λύση ή πιο σωστά ο καθένας θα δώσει τη λύση στο δικό του πρόβλημα. Άλλωστε, το σύστημα ήταν λειτουργικό για δεκαετίες. Είτε μέσω αντιπαροχής είτε κατασκευής ή ακόμη και μέσω της ανοχής στην αυθαίρετη δόμηση. Ουσιαστικά, δεν υπήρχε στεγαστική πολιτική παρά μόνο το μοντέλο του ΟΕΚ (Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας) που καταργήθηκε το 2012 με το μνημόνιο.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε παρέμβαση στην κατοικία, αλλά δημιουργούνταν προϋποθέσεις για να είναι δυνατή η εξεύρεση λύσης ιδιωτικά. Άρα λοιπόν αυτό μας δημιούργησε μία κουλτούρα ότι το στεγαστικό είναι ένα ζήτημα ιδιωτικό. Αυτό μετά την κρίση σταμάτησε να λειτουργεί γιατί ακριβώς συμπιέστηκαν τα εισοδήματα. Κάποια στιγμή άρχισαν να ανεβαίνουν πολύ οι τιμές κι έτσι προέκυψε ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στο διαθέσιμο εισόδημα του καθενός και της καθεμιάς.

Ανέβηκαν επίσης πολύ τα στεγαστικά κόστη κι αυτό δεν αφορά μόνο τα ενοίκια. Η Ελλάδα είναι πρώτη σε ποσοστό στην ΕΕ ανθρώπων που είναι υπερβολικά επιβαρυμένοι από το σύνολο του στεγαστικού κόστους (ενέργεια, κοινόχρηστα κτλ). Περίπου 30% του κόσμου ξοδεύει άνω του 40% από το διαθέσιμο εισόδημά του κάθε μήνα στη στέγη. Πρόκειται για άλλη μια πρωτιά.

Συνειδητοποιούμε λοιπόν ότι αυτό το θέμα απαιτεί άλλη αντιμετώπιση, άρα παρέμβαση στη στεγαστική πολιτική».

Πώς πρέπει να αντιμετωπίσει η πολιτεία το στεγαστικό και πού θα έπρεπε κατά τη γνώμη σας να δοθεί προτεραιότητα;

«Η κυβέρνηση έχει πάρει πρωτοβουλίες και κάποια κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν καταθέσει προτάσεις. Αλλά δεν βλέπουμε να οδηγούν σε λύση. Πρόκειται για μέτρα αποσπασματικά, όχι για υλοποίηση ενός πολιτικού σχεδίου. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο για το στεγαστικό στη χώρα. Ποιες παρεμβάσεις θα κάνουμε, σε ποιους θα απευθυνθούμε; Θα εφαρμόσουμε μία γενική προσέγγιση ή θα απευθυνθούμε σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες; Πώς θα παρέμβουμε; Με τα μέτρα που έχουν παρθεί σήμερα το κόστος στην αγορά έχει ανέβει.

Παράλληλα, υπάρχει μεγάλος αριθμός αδρανών κατοικιών, οι οποίες όμως δεν μπορούν να διοχετευτούν στην αγορά για διαφορετικούς λόγους: είτε επειδή είναι ακατάλληλες, είτε επειδή δεν υπάρχουν επαρκή κίνητρα για τους ιδιοκτήτες, είτε επειδή απουσιάζουν ενδιάμεσοι φορείς που να έχουν ουσιαστική επαφή μαζί τους. Πέραν των δημόσιων περιουσιών, των δημοτικών ακινήτων και της περιουσίας του Δημοσίου, δεν υφίσταται σήμερα ένα απόθεμα στεγαστικών μονάδων που θα μπορούσε να κινητοποιηθεί σε μεγάλη κλίμακα.

Επομένως, λείπει ένα θεσμικό πλαίσιο. Κι αυτό είναι το βασικό πρόβλημα».

Πώς έχουν επηρεάσει την αγορά κατοικίας η βραχυχρόνια μίσθωση και η χρυσή βίζα;

«Για πολλά χρόνια θεωρούσαμε ότι δεν χρειάζεται οριοθέτηση στο πεδίο. Εξυπηρετούνταν το ευρύτερο αφήγημα, ότι ο τουρισμός είναι η βιομηχανία της χώρας, ότι πρέπει να βοηθήσουμε, ότι είναι πολύ σημαντικό που έρχονται πολλοί άνθρωποι. Αυτό, όπως βλέπουμε από τη διεθνή εμπειρία, δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Όταν για παράδειγμα ένας ιδιοκτήτης ακινήτου βλέπει ότι αντί για 350 ευρώ το μήνα μπορεί να βγάλει το ίδιο ποσό μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης είναι λογικό να καταφύγει σε αυτήν. Ωστόσο δεν μπορούν να γίνουν όλα με όρους αγοράς. Σαφώς και να υπάρχει πλαίσιο για βραχυχρόνιες μισθώσεις, αλλά όχι ανεξέλεγκτα. Η αγορά δεν αυτορυθμίζεται σε αυτό το πεδίο, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που να είναι εξυπηρετικό για το σύνολο, καθώς έχουν αλλάξει τα δεδομένα.

Να σημειώσω ότι η Ελλάδα είχε πολύ υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης που είχαν φτάσει έως το 84%. Πλέον, έχει προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό όρο που είναι στο 69%, εμείς είμαστε στο 70%. Πρόκειται για τεράστια προσαρμογή σε μικρό χρονικό διάστημα. Επιπλέον, είχαμε μια μεσαία τάξη αρκετά ευρεία που είχε πόρους να νοικιάσει. Αυτό έχει επίσης αλλάξει. Η στεγαστική κρίση ακουμπάει και αυτά τα στρώματα».

IMG_0900_2_b5169.jpg

Ο Μιχάλης Γουδής, διευθυντής του γραφείου του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ στην Ελλάδα, με έδρα τη Θεσσαλονίκη

Σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας ζει μόνιμα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Αντιμετωπίζουν οι δύο πόλεις τα ίδια στεγαστικά προβλήματα ή υπάρχουν σημαντικές διαφορές στη δυναμική τους;

«Μεγάλες διαφορές δεν υπάρχουν, απλώς η κλίμακα είναι διαφορετική. Η Θεσσαλονίκη έχει μία επιπλέον έντονη πίεση γιατί κάθε χρόνο υποδέχεται για το δικό της μέγεθος πολλούς φοιτητές, οι οποίοι αναζητούν κατοικίες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και οι οποίες έχουν επίσης αρχίσει να γίνονται λιγότερο προσιτές. Άρα εδώ τι κάνουμε σε επίπεδο φοιτητικών εστιών που να είναι προσιτές και κυρίως πάγια προσιτές; Αυτό είναι το κυρίως θέμα.

Πολλά πράγματα που γίνονται δεν έχουν διάρκεια. Θα πρέπει να βρούμε επαρκέστερες απαντήσεις σε αυτήν την ανάγκη. Συν το γεγονός ότι στη Θεσσαλονίκη έχουν αρχίσει να έρχονται πολλοί άνθρωποι που δουλεύουν για μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που έχουν ανοίξει γραφεία. Κι εδώ υπάρχει ένα ζήτημα πώς θα εξυπηρετηθούν οι ανάγκες τους χωρίς να εκτινάσσουν περαιτέρω τις τιμές».

Δήμοι και Περιφέρειες μπορούν να πάρουν τοπικού χαρακτήρα μέτρα;

«Αυτό νομίζω είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα. Με βάση τη διεθνή εμπειρία, οι αγορές κατοικίας είναι τοπικές. Άρα έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν μπορούν να παρθούν σε όλα τα μέρη τα ίδια μέτρα. Άλλες οι προτεραιότητες στα νησιά, άλλες σε περιοχές που ερημώνονται. Μπορεί για παράδειγμα να απαιτούνται ακόμη και κατεδαφίσεις, όπως κάνανε στην πρώην ανατολική Γερμανία, να διαμορφωθούν τα σπίτια στις ανάγκες εκείνων που μένουν πίσω.

Και ειδικά στα νησιά υπάρχει θέμα με τους δημόσιους λειτουργούς που διορίζονται. Γνωρίζουμε περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν αλλάξει 9 σπίτια μέσα σε 9 χρόνια κι αυτό μόνο μέσω προσωπικών επαφών, καθώς κατά κανόνα δεν υπάρχει θεσμική υποστήριξη. Δυστυχώς, όπως είναι σήμερα οι Δήμοι δεν έχουν τις αρμοδιότητες για να δώσουν ολοκληρωμένες απαντήσεις. Και γενικότερα χρειάζεται παραπάνω αποκέντρωση για να υπάρχει πραγματική αυτοδιοίκηση.

Βλέπουμε επίσης για πρώτη φορά εξάλλου ότι το στεγαστικό γίνεται πλέον ευρωπαϊκό θέμα. Υπάρχει επίτροπος για τη στέγαση. Πρόσφατα παρουσιάστηκε το EU Affordable Housing Plan. Το θέμα είναι τι χρήματα και με ποιο τρόπο θα διοχετευθούν απευθείας στο τοπικό επίπεδο. Αυτό θα μπορούσε να είναι μία ευκαιρία να αλλάξουν τα πράγματα. Δομικά, όχι μόνο σε επίπεδο προγραμμάτων. Να μπορούν να έχουν οι Δήμοι αρμοδιότητες και πόρους ανθρώπινους και οικονομικούς, ώστε να εφαρμόσουν στεγαστική πολιτική στην πράξη».

Υπάρχει ακόμη κάποιος παράγοντας που πρέπει να συνυπολογιστεί στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης;

«Πρέπει να λάβουμε υπόψη το δημογραφικό. Στη Θεσσαλονίκη για παράδειγμα, αλλά φαντάζομαι και στην Αθήνα, πολλοί άνθρωποι μεγάλης ηλικίας λόγω κουλτούρας μένουν μόνοι τους σε σπίτια που είναι ακατάλληλα, που διαθέτουν π.χ. σκάλες στην είσοδο ή δεν διαθέτουν ασανσέρ. Αυτή είναι μία πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν πολλοί άνθρωποι. Κι έτσι αντιλαμβάνομαι την καλή στεγαστική πολιτική. Να φροντίζει όλες και όλους. Το να έχουν όλοι αξιοπρεπή στέγη πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη. Δεν αρκούν προγράμματα που πράγματι έχουν θετικά αποτελέσματα όπως το «ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ». Υπάρχουν πολλά προβλήματα και πρέπει να αναζητηθούν ευρύτερες λύσεις για αυτά».

Ολοκληρώνοντας, ποιες πόλεις ή κράτη μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπο;

«Υπάρχουν πολλά παραδείγματα, πάντα έχοντας κατά νου ότι δεν μπορούμε να κάνουμε απλή αντιγραφή. Πολλοί εμπνέονται από το παράδειγμα της Βιέννης. Ας πούμε η πολιτεία της Καλιφόρνιας έχει ανοίξει γραφείο στην Αυστριακή πρωτεύουσα για να μάθει από το παράδειγμά της. Αλλά είναι περίπτωση με υπόβαθρο ενός αιώνα. Παρόλα αυτά μπορεί να μας εμπνεύσει. Μιλάμε κατά βάση για δημοτική κατοικία.

Η Βαρκελώνη είναι επίσης μία καλή περίπτωση, καθώς μέχρι την εποχή της Άδα Κολάου ήταν μία πολύ προβληματική κατάσταση λόγω οικονομικής κρίσης και ανεξέλεγκτης βραχυχρόνιας μίσθωσης. Και ήρθε στην εξουσία μία Δήμαρχος που εναντιωνόταν στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας και αποφάσισε να βάλει τη στέγαση στο επίκεντρο και να παρέμβει σε μία σειρά από τομείς με μία ολιστική προσέγγιση που είχε ως στόχο τη δημιουργία οικονομικά προσιτού και διαρκούς αποθέματος. Αυτό μας δείχνει πώς τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, ακόμη κι αν ξεκινά κανείς από μία αφετηρία χωρίς μεγάλη παράδοση.

Τέλος, η Πορτογαλία, η οποία αξιοποίησε πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης για κατασκευή νέων κοινωνικών κατοικιών, είναι επίσης ένα καλό παράδειγμα».

Τελευταία τροποποίηση στις 08/02/2026 - 20:18