Στα μέσα Νοεμβρίου, ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, δήλωσε στη FAZ ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας εκτιμούν πως η Ρωσία θα μπορούσε να ανακτήσει επιθετικές δυνατότητες απέναντι στο ΝΑΤΟ το 2029, ίσως και το 2028, ενώ παρέπεμψε σε ιστορικό που εκτιμά πως ενδέχεται να βιώσαμε «το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι». Παράλληλα, τόνισε ότι στόχος είναι η αποτροπή: «Δεν πρέπει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να αμυνθεί».
Οι δηλώσεις αυτές παρουσιάστηκαν στον ελληνόφωνο Τύπο ως ένδειξη ότι η Γερμανία θεωρεί τον πόλεμο αναπόφευκτο. Ωστόσο, ο Πιστόριους δεν είπε κάτι διαφορετικό από όσα επαναλαμβάνει τα τελευταία χρόνια περί ανάγκης ενίσχυσης της άμυνας. Παρόλα αυτά, σε ένα περιβάλλον αυξημένων εξοπλισμών και ακραίας έντασης στις σχέσεις ΕΕ–Ρωσίας, η δημόσια συζήτηση περί πολέμου, καθώς και οι ρωσικοί ισχυρισμοί περί «φιλοπόλεμης» Ευρώπης χρήζουν διερεύνησης.
ΕΠΑΝΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ: ΑΝΑΓΚΗ Ή ΠΟΛΕΜΟΚΑΠΗΛΙΑ;
Οι επανεξοπλισμοί της Ευρώπης συνδέονται άμεσα με τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά τη ρωσική εισβολή το 2022. Από τη στιγμή που ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντίμιρ Πούτιν, επέλεξε την κλιμάκωση έναντι της διπλωματίας, η άμυνα απέκτησε νέα προτεραιότητα, ιδίως για τα κράτη που αισθάνονται άμεση απειλή.
Επιπλέον, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και η αποστασιοποίηση των ΗΠΑ από τη γραμμή στήριξης της Ουκρανίας ενίσχυσαν την ανάγκη διαμόρφωσης μίας πιο αυτόνομης ευρωπαϊκής πορείας. Σε αυτό το εγχείρημα, το μεγαλύτερο αγκάθι για την ευρωπαϊκή άμυνα παραμένει η εξάρτηση από τις ΗΠΑ σε επίπεδο πληροφοριών και στη χρήση κρίσιμων οπλικών συστημάτων. Η Ευρώπη θεωρούσε για δεκαετίες δεδομένη τη συμβολή των ΗΠΑ στην αρχιτεκτονική της ασφάλειας, παρότι ήδη από την εποχή Ομπάμα οι γεωπολιτικές τους προτεραιότητες μετατοπίζονταν προς τον Ειρηνικό.
Η ευρωπαϊκή αδράνεια αποτυπώνεται και στις αμυντικές δαπάνες: παρά τη νατοϊκή δέσμευση του 2014 για 2% του ΑΕΠ, τα περισσότερα κράτη-μέλη δεν τηρούσαν τον στόχο. Χαρακτηριστική η περίπτωση της Γερμανίας, που την περίοδο 2014-2022 κινούνταν στη ζώνη του 1,1%-1,4%. Πλέον, καθώς ο Τραμπ εμφανίζεται πρόθυμος να συμπλεύσει με τη Μόσχα, οι Ευρωπαίοι καλούνται να καλύψουν σε σύντομο χρόνο μεγάλα κενά, γεγονός που δημιουργεί την εικόνα προχειρότητας και πανικού. Πρόσθετη ανησυχία προκαλούν τα σαμποτάζ σε κρίσιμες υποδομές και κυβερνοεπιθέσεις, στα οποία κινητήριος μοχλός φέρεται να είναι η Ρωσία.
Αρκετοί αναλυτές της «ρεαλιστικής» σχολής υπογραμμίζουν πως η αναβάθμιση της άμυνας θα αναγκάσει τον Πούτιν να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτή η σκέψη αντανακλάται και στη δήλωση του Γερμανού Καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς: «Θέλουμε να είμαστε σε θέση να αμυνθούμε, ώστε να μη χρειαστεί να αμυνθούμε».
Από την πλευρά του, ο Πολωνός πρωθυπουργός, Ντόναλντ Τουσκ, τόνισε, σε συνέντευξή του στις Sunday Times τον Οκτώβριο, ότι βιώνουμε το τέλος της «εποχής των ψευδαισθήσεων». Προσέθεσε, ακόμη, ότι «είναι πολύ αργά για να προετοιμαστούμε πλήρως για όλες τις απειλές, αλλά όχι τόσο αργά ώστε να επιβιώσουμε». Γενικότερα, ο Τουσκ θεωρείται από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της αύξησης των αμυντικών δαπανών και υιοθετεί σταθερά σκληρή γραμμή απέναντι στη Ρωσία.
Ωστόσο, η επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος απαιτεί προσοχή. Υπάρχουν, μεν, εκτιμήσεις αρμόδιων αρχών που πρέπει να παρουσιαστούν, αλλά το ξέσπασμα ενός πολέμου δεν είναι απόλυτα προβλέψιμο. Δεν σημαίνει ότι, ελλείψει συγκεκριμένων ενεργειών, οι Ρώσοι θα βρίσκονται στο Βερολίνο έως το 2030. Όταν η απειλή μεταφέρεται με τέτοια βεβαιότητα, προκαλείται το λεγόμενο σύνδρομο της Κασσάνδρας. Οι πολίτες κλείνουν τα αυτιά τους και απορρίπτουν τις προειδοποιήσεις. Χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση: Να συζητηθεί η αποτρεπτική δυνατότητα ψύχραιμα, με βάση τα δεδομένα, χωρίς όμως να παραμελείται η διαμόρφωση μιας θετικής ατζέντας για το μέλλον.
Αυτό υπογράμμισε η Φλορένς Γκάουμπ, πολιτική επιστήμονας και διευθύντρια έρευνας στη Στρατιωτική Ακαδημία του ΝΑΤΟ στη Ρώμη, σε Vidcast του Spiegel.
ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΓΙΑ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΝΑΤΟ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ
Από την άλλη, η Μόσχα αποδίδει στα ευρωπαϊκά κράτη «φιλοπόλεμη» ρητορική. Ο Πούτιν θεωρεί την ανατολική επέκταση του ΝΑΤΟ υπαρξιακή απειλή για τη Ρωσία, επιχειρώντας έτσι να δικαιολογήσει την εισβολή στην Ουκρανία. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτοί οι ισχυρισμοί έχουν βάση.
Η Ρωσία υποστηρίζει πως μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου έλαβε άτυπες υποσχέσεις ότι η γερμανική επανένωση δεν θα συνδεόταν με ανατολική επέκταση του ΝΑΤΟ και ότι οι Δυτικοί τις αθέτησαν. Ευρωπαίοι και Αμερικανοί το αρνούνται, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε ποτέ γραπτή συμφωνία.
Η συνέχεια είναι γνωστή: το 1999 το ΝΑΤΟ υποδέχθηκε την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τσεχία και το 2004 τα κράτη της Βαλτικής, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Το 2008, οι ΗΠΑ πίεζαν για ένταξη νέων μελών, μεταξύ των οποίων και της Ουκρανίας. Η απόφαση μετατέθηκε για το μέλλον, λόγω επιφυλάξεων Γερμανίας και Γαλλίας, που φοβούνταν κλιμάκωση με τη Ρωσία.
Ο γνωστός δημοσιογράφος Τιμ Μάρσαλ, στο βιβλίο του «Αιχμάλωτοι της Γεωγραφίας», σημειώνει ότι η Ουκρανία αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για τη Ρωσία. Η Μόσχα θα μπορούσε να ανεχτεί μια ουδέτερη Ουκρανία, αλλά αντιτίθεται σταθερά στην ένταξή της στο ΝΑΤΟ, καθώς αυτό θα της στερούσε ένα κρίσιμο «μαξιλάρι» ασφάλειας. Μετά την επανάσταση του Μαϊντάν το 2014, όταν φάνηκε να επικρατεί η φιλοδυτική πτέρυγα, ο Πούτιν, σύμφωνα με τον Μάρσαλ, θεώρησε μονόδρομο την κατάληψη της Κριμαίας, ώστε να διασφαλίσει τον έλεγχο του λιμανιού της Σεβαστούπολης, το οποίο ήδη μίσθωνε από την Ουκρανία.
Το 2022, πάντως, η νατοϊκή-ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας ήταν πιο μακρινή από το 2014. Αν και το Κίεβο διατηρούσε ως στόχο την ένταξη στο ΝΑΤΟ – η οποία κατοχυρώθηκε συνταγματικά το 2019 – η εκλογή Τραμπ το 2016 είχε ήδη φέρει ρωγμές στη συνοχή της Συμμαχίας. Ακόμη και ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, είχε χαρακτηρίσει το ΝΑΤΟ «εγκεφαλικά νεκρό» σε συνέντευξή του στον Economist το 2019. Την ίδια στιγμή, συνεχίζονταν στο Ντονμπάς οι συγκρούσεις με τους αυτονομιστές. Με την Ευρώπη απασχολημένη με την πανδημία, το μέλλον του ΝΑΤΟ και της Ουκρανίας πέρασε σε δεύτερη μοίρα, υποτιμώντας τους κινδύνους.
Με τη γερμανική επανένωση, η πρώην Ανατολική Γερμανία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ ως μέρος της ενιαίας Γερμανίας. Το 1999 προσχώρησαν στη συμμαχία η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Τσεχία. Ακολούθησε η μεγαλύτερη διεύρυνση στην ιστορία του ΝΑΤΟ το 2004, όταν μέλη έγιναν η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία. Το 2009 ενσωματώθηκαν η Αλβανία και η Κροατία, το 2017 το Μαυροβούνιο και το 2020 η Βόρεια Μακεδονία. Τέλος, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ η Φινλανδία το 2023 και η Σουηδία το 2024, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή πολιτική ουδετερότητας.
ΥΠΗΡΧΕ ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΡΩΡΩΣΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ;
Παρά την αδικαιολόγητη ρωσική εισβολή, η οποία ντύθηκε με το μανδύα της «νατοϊκής απειλής» και του ρωσικού ιστορικού αναθεωρητισμού, η Δύση θα μπορούσε να είχε διαχειριστεί διαφορετικά την επέκταση του ΝΑΤΟ.
Συγκεκριμένα, η Αμερικανίδα ιστορικός Μέρι Ελίζ Σαρότ, χωρίς να απορρίπτει την επέκταση του ΝΑΤΟ:
- Κριτικάρει τη «δημιουργική ασάφεια» της Δύσης για το μέλλον της συμμαχίας κατά τη γερμανική επανένωση.
- Υποστηρίζει ότι έπρεπε να είχε στηριχθεί δυναμικότερα το πρόγραμμα Partnership for Peace – πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ για συνεργασία σε ζητήματα ασφάλειας, στην οποία συμμετείχε και η Ρωσία μαζί με πρώην σοβιετικές δημοκρατίες χωρίς δέσμευση ένταξης.
- Θεωρεί ότι μετά τη διεύρυνση του 1999 το ΝΑΤΟ όφειλε να επιδείξει αυτοσυγκράτηση, ειδικά λόγω της αμφιλεγόμενης επέμβασης στο Κόσοβο.
- Σημειώνει ότι η ασφάλεια των βαλτικών κρατών θα μπορούσε να είχε διασφαλιστεί μέσω διμερών συμφωνιών.
- Υπογραμμίζει ότι η ΕΕ όφειλε να αναλάβει τη δεκαετία του 1990 ενεργότερο ρόλο στην ενσωμάτωση των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Αντ' αυτού, η ευρωπαϊκή διεύρυνση περιορίστηκε σε Σουηδία, Φινλανδία, Αυστρία που ήταν στρατιωτικά ουδέτερα κράτη.
ΠΟΙΑ ΚΡΑΤΗ ΘΑ «ΠΡΩΤΟΣΤΑΤΗΣΟΥΝ» ΣΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΆΜΥΝΑΣ
Η αυτοκριτική για το παρελθόν είναι αναγκαία. Δεν αναιρεί, όμως, τη σημερινή πραγματικότητα. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα για το πώς θα διαμορφωθούν οι νέες δυναμικές στην Ευρώπη.
Ο γαλλογερμανικός άξονας, η «ατμομηχανή» της ΕΕ, βρίσκεται σε μόνιμη κρίση. Η Γαλλία αντιμετωπίζει σοβαρά ζητήματα δημόσιου χρέους και ο Μακρόν λειτουργεί ως lame duck, αλλάζοντας τον έναν πρωθυπουργό μετά τον άλλον. Στο Βερολίνο, ο συνασπισμός του Φρίντριχ Μερτς δυσκολεύεται να βρει βηματισμό και να συνεννοηθεί στα βασικά.
Παράλληλα, η εκλογική άνοδος της εξτρεμιστικής AfD προκαλεί ανησυχία ως προς τον αντίκτυπο μιας στρατιωτικά ισχυρότερης Γερμανίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα αναμένεται να διαδραματίσει η Πολωνία, όπου κυριαρχεί έντονο αντιρωσικό αίσθημα λόγω της ιστορικής της εμπειρίας. Διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα συμβατικά στρατεύματα εντός της ΕΕ, έχοντας στόχο να φτάσει τους 300.000 άνδρες έως το 2030 και δαπανά ήδη περίπου 4,5% του ΑΕΠ στην άμυνα. Αναλυτές, όπως ο Μάρσαλ, εκτιμούν ότι μπορεί να εξελιχθεί σε έναν τρίτο ευρωπαϊκό πόλο, λόγω γεωγραφίας και επιχειρησιακής ετοιμότητας.
Ανοδική δυναμική εμφανίζει και η Φινλανδία, χάρη στο ολοκληρωμένο σύστημα πολιτικής προστασίας και εφεδρείας. Σημειώνεται ότι μοιράζεται 1.340 χλμ. χερσαία σύνορα με τη Ρωσία, περισσότερα από κάθε άλλο κράτος της ΕΕ.
Γεωστρατηγικά έχουν αναβαθμιστεί, ακόμη, τα σκανδιναβικά και βαλτικά κράτη, που θεωρούν ότι οι χρόνιες ανησυχίες τους για τη Μόσχα έχουν επιβεβαιωθεί.
Ωστόσο, παραμένει αμφίβολο αν θα υπάρξει ενιαία ευρωπαϊκή γραμμή σε περίπτωση θερμού επεισοδίου, καθώς κράτη όπως αυτά της Ιβηρικής αντιλαμβάνονται την απειλή του Πούτιν πολύ διαφορετικά από χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, ενώ η Ελλάδα ανησυχεί περισσότερο για τις κινήσεις της Τουρκίας.
Σε κάθε περίπτωση, ένα ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας θα αποδειχθεί βιώσιμο μόνο όταν συμπεριληφθεί σε αυτό και η Ρωσία. Αυτό φαντάζει, υπό τις σημερινές συνθήκες, μακρινή πραγματικότητα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Reporter Magazine Δεκεμβρίου 2025
Δείτε ολόκληρο το τεύχος εδώ








