• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Μύθοι και αλήθειες για το «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι»
07:50 - 14 Ιαν 2026

Μύθοι και αλήθειες για το «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι»

Γερμανοί και Πολωνοί αξιωματούχοι προειδοποιούν συχνά για την ανάγκη της Ευρώπης να προετοιμαστεί για έναν πόλεμο με τη Ρωσία, προκαλώντας ανησυχία και ερωτηματικά. Υπάρχει άλλος δρόμος για τις ευρωρωσικές σχέσεις; Ποιες χώρες της Ευρώπης διεκδικούν ρόλο πρωταγωνιστή στις εξελίξεις.

Στα μέσα Νοεμβρίου, ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πι­στόριους, δήλωσε στη FAZ ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας εκτιμούν πως η Ρωσία θα μπορούσε να ανακτήσει επι­θετικές δυνατότητες απέναντι στο ΝΑΤΟ το 2029, ίσως και το 2028, ενώ πα­ρέπεμψε σε ιστορικό που εκτιμά πως ενδέχεται να βιώσαμε «το τελευταίο ει­ρηνικό καλοκαίρι». Παράλληλα, τόνισε ότι στόχος είναι η αποτροπή: «Δεν πρέ­πει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να αμυνθεί».

Οι δηλώσεις αυτές παρουσιάστηκαν στον ελληνόφωνο Τύπο ως ένδειξη ότι η Γερμανία θεωρεί τον πόλεμο αναπό­φευκτο. Ωστόσο, ο Πιστόριους δεν είπε κάτι διαφορετικό από όσα επαναλαμβά­νει τα τελευταία χρόνια περί ανάγκης ενίσχυσης της άμυνας. Παρόλα αυτά, σε ένα περιβάλλον αυξημένων εξοπλι­σμών και ακραίας έντασης στις σχέσεις ΕΕ–Ρωσίας, η δημόσια συζήτηση περί πολέμου, καθώς και οι ρωσικοί ισχυ­ρισμοί περί «φιλοπόλεμης» Ευρώπης χρήζουν διερεύνησης.

ΕΠΑΝΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ: ΑΝΑΓΚΗ Ή ΠΟΛΕΜΟΚΑΠΗΛΙΑ;

Οι επανεξοπλισμοί της Ευρώπης συνδέονται άμεσα με τη νέα πραγματι­κότητα που διαμορφώθηκε μετά τη ρω­σική εισβολή το 2022. Από τη στιγμή που ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντίμιρ Πού­τιν, επέλεξε την κλιμάκωση έναντι της διπλωματίας, η άμυνα απέκτησε νέα προτεραιότητα, ιδίως για τα κράτη που αισθάνονται άμεση απειλή.

Επιπλέον, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και η αποστασι­οποίηση των ΗΠΑ από τη γραμμή στή­ριξης της Ουκρανίας ενίσχυσαν την ανάγκη διαμόρφωσης μίας πιο αυτόνο­μης ευρωπαϊκής πορείας. Σε αυτό το εγ­χείρημα, το μεγαλύτερο αγκάθι για την ευρωπαϊκή άμυνα παραμένει η εξάρτη­ση από τις ΗΠΑ σε επίπεδο πληροφο­ριών και στη χρήση κρίσιμων οπλικών συστημάτων. Η Ευρώπη θεωρούσε για δεκαετίες δεδομένη τη συμβολή των ΗΠΑ στην αρχιτεκτονική της ασφάλει­ας, παρότι ήδη από την εποχή Ομπά­μα οι γεωπολιτικές τους προτεραιότη­τες μετατοπίζονταν προς τον Ειρηνικό.

Η ευρωπαϊκή αδράνεια αποτυπώνε­ται και στις αμυντικές δαπάνες: παρά τη νατοϊκή δέσμευση του 2014 για 2% του ΑΕΠ, τα περισσότερα κράτη-μέλη δεν τηρούσαν τον στόχο. Χαρακτηριστική η περίπτωση της Γερμανίας, που την πε­ρίοδο 2014-2022 κινούνταν στη ζώνη του 1,1%-1,4%. Πλέον, καθώς ο Τραμπ εμφανίζεται πρόθυμος να συμπλεύ­σει με τη Μόσχα, οι Ευρωπαίοι καλού­νται να καλύψουν σε σύντομο χρόνο μεγάλα κενά, γεγονός που δημιουργεί την εικόνα προχειρότητας και πανικού. Πρόσθετη ανησυχία προκαλούν τα σα­μποτάζ σε κρίσιμες υποδομές και κυ­βερνοεπιθέσεις, στα οποία κινητήριος μοχλός φέρεται να είναι η Ρωσία.

Αρκετοί αναλυτές της «ρεαλιστικής» σχολής υπογραμμίζουν πως η ανα­βάθμιση της άμυνας θα αναγκάσει τον Πούτιν να καθίσει στο τραπέζι των δια­πραγματεύσεων. Αυτή η σκέψη αντα­νακλάται και στη δήλωση του Γερμα­νού Καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς: «Θέλουμε να είμαστε σε θέση να αμυν­θούμε, ώστε να μη χρειαστεί να αμυν­θούμε».

Από την πλευρά του, ο Πολωνός πρωθυπουργός, Ντόναλντ Τουσκ, τό­νισε, σε συνέντευξή του στις Sunday Times τον Οκτώβριο, ότι βιώνουμε το τέλος της «εποχής των ψευδαισθήσε­ων». Προσέθεσε, ακόμη, ότι «είναι πολύ αργά για να προετοιμαστούμε πλή­ρως για όλες τις απειλές, αλλά όχι τόσο αργά ώστε να επιβιώσουμε». Γενικό­τερα, ο Τουσκ θεωρείται από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της αύξησης των αμυντικών δαπανών και υιοθετεί σταθερά σκληρή γραμμή απέναντι στη Ρωσία.

Ωστόσο, η επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος απαιτεί προσοχή. Υπάρ­χουν, μεν, εκτιμήσεις αρμόδιων αρχών που πρέπει να παρουσιαστούν, αλλά το ξέσπασμα ενός πολέμου δεν είναι από­λυτα προβλέψιμο. Δεν σημαίνει ότι, ελλείψει συγκεκριμένων ενεργειών, οι Ρώσοι θα βρίσκονται στο Βερολίνο έως το 2030. Όταν η απειλή μεταφέρε­ται με τέτοια βεβαιότητα, προκαλείται το λεγόμενο σύνδρομο της Κασσάν­δρας. Οι πολίτες κλείνουν τα αυτιά τους και απορρίπτουν τις προειδοποιήσεις. Χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγι­ση: Να συζητηθεί η αποτρεπτική δυ­νατότητα ψύχραιμα, με βάση τα δεδο­μένα, χωρίς όμως να παραμελείται η διαμόρφωση μιας θετικής ατζέντας για το μέλλον.

Αυτό υπογράμμισε η Φλορένς Γκά­ουμπ, πολιτική επιστήμονας και διευ­θύντρια έρευνας στη Στρατιωτική Ακα­δημία του ΝΑΤΟ στη Ρώμη, σε Vidcast του Spiegel.

ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΓΙΑ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΝΑΤΟ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ

Από την άλλη, η Μόσχα αποδίδει στα ευρωπαϊκά κράτη «φιλοπόλεμη» ρητο­ρική. Ο Πούτιν θεωρεί την ανατολική επέκταση του ΝΑΤΟ υπαρξιακή απειλή για τη Ρωσία, επιχειρώντας έτσι να δι­καιολογήσει την εισβολή στην Ουκρα­νία. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτοί οι ισχυρισμοί έχουν βάση.

Η Ρωσία υποστηρίζει πως μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου έλα­βε άτυπες υποσχέσεις ότι η γερμανική επανένωση δεν θα συνδεόταν με ανατο­λική επέκταση του ΝΑΤΟ και ότι οι Δυ­τικοί τις αθέτησαν. Ευρωπαίοι και Αμε­ρικανοί το αρνούνται, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε ποτέ γραπτή συμφωνία.

Η συνέχεια είναι γνωστή: το 1999 το ΝΑΤΟ υποδέχθηκε την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τσεχία και το 2004 τα κράτη της Βαλτικής, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία, τη Ρουμανία και τη Βουλγα­ρία. Το 2008, οι ΗΠΑ πίεζαν για ένταξη νέων μελών, μεταξύ των οποίων και της Ουκρανίας. Η απόφαση μετατέθηκε για το μέλλον, λόγω επιφυλάξεων Γερμα­νίας και Γαλλίας, που φοβούνταν κλιμά­κωση με τη Ρωσία.

Ο γνωστός δημοσιογράφος Τιμ Μάρ­σαλ, στο βιβλίο του «Αιχμάλωτοι της Γε­ωγραφίας», σημειώνει ότι η Ουκρανία αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για τη Ρω­σία. Η Μόσχα θα μπορούσε να ανεχτεί μια ουδέτερη Ουκρανία, αλλά αντιτίθε­ται σταθερά στην ένταξή της στο ΝΑΤΟ, καθώς αυτό θα της στερούσε ένα κρί­σιμο «μαξιλάρι» ασφάλειας. Μετά την επανάσταση του Μαϊντάν το 2014, όταν φάνηκε να επικρατεί η φιλοδυτική πτέ­ρυγα, ο Πούτιν, σύμφωνα με τον Μάρ­σαλ, θεώρησε μονόδρομο την κατάλη­ψη της Κριμαίας, ώστε να διασφαλίσει τον έλεγχο του λιμανιού της Σεβαστού­πολης, το οποίο ήδη μίσθωνε από την Ουκρανία.

Το 2022, πάντως, η νατοϊκή-ευρω­παϊκή προοπτική της Ουκρανίας ήταν πιο μακρινή από το 2014. Αν και το Κί­εβο διατηρούσε ως στόχο την έντα­ξη στο ΝΑΤΟ – η οποία κατοχυρώθη­κε συνταγματικά το 2019 – η εκλογή Τραμπ το 2016 είχε ήδη φέρει ρωγμές στη συνοχή της Συμμαχίας. Ακόμη και ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, είχε χαρακτηρίσει το ΝΑΤΟ «εγκεφα­λικά νεκρό» σε συνέντευξή του στον Economist το 2019. Την ίδια στιγμή, συ­νεχίζονταν στο Ντονμπάς οι συγκρού­σεις με τους αυτονομιστές. Με την Ευ­ρώπη απασχολημένη με την πανδημία, το μέλλον του ΝΑΤΟ και της Ουκρανίας πέρασε σε δεύτερη μοίρα, υποτιμώντας τους κινδύνους.

NATO_MAP_75a44.png

Με τη γερμανική επανένωση, η πρώην Ανατολική Γερμανία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ ως μέρος της ενιαίας Γερμανίας. Το 1999 προσχώρησαν στη συμμαχία η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Τσεχία. Ακολούθησε η μεγαλύτερη διεύρυνση στην ιστορία του ΝΑΤΟ το 2004, όταν μέλη έγιναν η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία. Το 2009 ενσωματώθηκαν η Αλβανία και η Κροατία, το 2017 το Μαυροβούνιο και το 2020 η Βόρεια Μακεδονία. Τέλος, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ η Φινλανδία το 2023 και η Σουηδία το 2024, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή πολιτική ουδετερότητας.

ΥΠΗΡΧΕ ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΡΩΡΩΣΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ;

Παρά την αδικαιολόγητη ρωσική ει­σβολή, η οποία ντύθηκε με το μανδύα της «νατοϊκής απειλής» και του ρωσι­κού ιστορικού αναθεωρητισμού, η Δύση θα μπορούσε να είχε διαχειριστεί δια­φορετικά την επέκταση του ΝΑΤΟ.

Συγκεκριμένα, η Αμερικανίδα ιστορι­κός Μέρι Ελίζ Σαρότ, χωρίς να απορρί­πτει την επέκταση του ΝΑΤΟ:

  • Κριτικάρει τη «δημιουργική ασά­φεια» της Δύσης για το μέλλον της συμ­μαχίας κατά τη γερμανική επανένωση.
  • Υποστηρίζει ότι έπρεπε να είχε στη­ριχθεί δυναμικότερα το πρόγραμμα Partnership for Peace – πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ για συνεργασία σε ζητήματα ασφάλειας, στην οποία συμμετείχε και η Ρωσία μαζί με πρώην σοβιετικές δημο­κρατίες χωρίς δέσμευση ένταξης.
  • Θεωρεί ότι μετά τη διεύρυνση του 1999 το ΝΑΤΟ όφειλε να επιδείξει αυτο­συγκράτηση, ειδικά λόγω της αμφιλε­γόμενης επέμβασης στο Κόσοβο.
  • Σημειώνει ότι η ασφάλεια των βαλ­τικών κρατών θα μπορούσε να είχε δι­ασφαλιστεί μέσω διμερών συμφωνιών.
  • Υπογραμμίζει ότι η ΕΕ όφειλε να αναλάβει τη δεκαετία του 1990 ενερ­γότερο ρόλο στην ενσωμάτωση των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Αντ' αυτού, η ευρωπαϊκή διεύρυνση περιορί­στηκε σε Σουηδία, Φινλανδία, Αυστρία που ήταν στρατιωτικά ουδέτερα κράτη.

ΠΟΙΑ ΚΡΑΤΗ ΘΑ «ΠΡΩΤΟΣΤΑΤΗΣΟΥΝ» ΣΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΆΜΥΝΑΣ

Η αυτοκριτική για το παρελθόν είναι αναγκαία. Δεν αναιρεί, όμως, τη σημερι­νή πραγματικότητα. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα για το πώς θα διαμορφωθούν οι νέες δυναμικές στην Ευρώπη.

Ο γαλλογερμανικός άξονας, η «ατμο­μηχανή» της ΕΕ, βρίσκεται σε μόνιμη κρίση. Η Γαλλία αντιμετωπίζει σοβαρά ζητήματα δημόσιου χρέους και ο Μα­κρόν λειτουργεί ως lame duck, αλλάζο­ντας τον έναν πρωθυπουργό μετά τον άλλον. Στο Βερολίνο, ο συνασπισμός του Φρίντριχ Μερτς δυσκολεύεται να βρει βηματισμό και να συνεννοηθεί στα βασικά.

Παράλληλα, η εκλογική άνοδος της εξτρεμιστικής AfD προκαλεί ανη­συχία ως προς τον αντίκτυπο μιας στρα­τιωτικά ισχυρότερης Γερμανίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα αναμένε­ται να διαδραματίσει η Πολωνία, όπου κυριαρχεί έντονο αντιρωσικό αίσθημα λόγω της ιστορικής της εμπειρίας. Δια­θέτει ένα από τα ισχυρότερα συμβατικά στρατεύματα εντός της ΕΕ, έχοντας στό­χο να φτάσει τους 300.000 άνδρες έως το 2030 και δαπανά ήδη περίπου 4,5% του ΑΕΠ στην άμυνα. Αναλυτές, όπως ο Μάρσαλ, εκτιμούν ότι μπορεί να εξε­λιχθεί σε έναν τρίτο ευρωπαϊκό πόλο, λόγω γεωγραφίας και επιχειρησιακής ετοιμότητας.

Ανοδική δυναμική εμφανίζει και η Φινλανδία, χάρη στο ολοκληρωμέ­νο σύστημα πολιτικής προστασίας και εφεδρείας. Σημειώνεται ότι μοιράζεται 1.340 χλμ. χερσαία σύνορα με τη Ρωσία, περισσότερα από κάθε άλλο κράτος της ΕΕ.

Γεωστρατηγικά έχουν αναβαθμιστεί, ακόμη, τα σκανδιναβικά και βαλτικά κράτη, που θεωρούν ότι οι χρόνιες ανη­συχίες τους για τη Μόσχα έχουν επιβε­βαιωθεί.

Ωστόσο, παραμένει αμφίβολο αν θα υπάρξει ενιαία ευρωπαϊκή γραμμή σε περίπτωση θερμού επεισοδίου, καθώς κράτη όπως αυτά της Ιβηρικής αντιλαμ­βάνονται την απειλή του Πούτιν πολύ διαφορετικά από χώρες του πρώην Ανα­τολικού Μπλοκ, ενώ η Ελλάδα ανησυ­χεί περισσότερο για τις κινήσεις της Τουρκίας.

Σε κάθε περίπτωση, ένα ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας θα αποδειχθεί βιώ­σιμο μόνο όταν συμπεριληφθεί σε αυτό και η Ρωσία. Αυτό φαντάζει, υπό τις ση­μερινές συνθήκες, μακρινή πραγματι­κότητα.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Reporter Magazine Δεκεμβρίου 2025

Δείτε ολόκληρο το τεύχος εδώ

Τελευταία τροποποίηση στις 22/03/2026 - 21:45