Σύμφωνα με τον Parsi, «το Ισραήλ αναμένεται να εξαπολύσει νέο πόλεμο εναντίον του Ιράν πριν από τον Δεκέμβριο, πιθανόν ακόμη και στα τέλη Αυγούστου. Την ίδια ώρα το Ιράν προετοιμάζεται για την επίθεση».
Στον πρώτο πόλεμο το Ιράν ακολούθησε στρατηγική υπομονής, κλιμακώνοντας σταδιακά τις πυραυλικές του επιθέσεις, αναμένοντας μια παρατεταμένη σύγκρουση. Αυτή τη φορά, όμως, αναμένεται να πλήξει αποφασιστικά από την αρχή, θέλοντας να καταρρίψει οποιαδήποτε εντύπωση ότι μπορεί να καμφθεί υπό την ισραηλινή στρατιωτική υπεροχή.
Η επερχόμενη σύγκρουση, σύμφωνα με την ανάλυση του Foreign Policy, ενδέχεται να είναι πολύ πιο αιματηρή από την προηγούμενη. Αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποκύψει ξανά στις πιέσεις του Ισραήλ και εμπλακεί, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με έναν ολοκληρωτικό πόλεμο με το Ιράν, που θα κάνει τον πόλεμο στο Ιράκ να μοιάζει «εύκολος».
Ο πόλεμος του Ισραήλ τον Ιούνιο δεν αφορούσε αποκλειστικά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Στόχευε στην αλλαγή της ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή, με τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν να είναι σημαντικές, αλλά όχι καθοριστικές.
Για πάνω από δύο δεκαετίες, το Ισραήλ πίεζε τις ΗΠΑ να αναλάβουν στρατιωτική δράση κατά του Ιράν, ώστε να το αποδυναμώσουν και να αποκατασταθεί μια περιφερειακή ισορροπία υπέρ του — κάτι που το ίδιο δεν μπορούσε να επιτύχει μόνο του.
Τρεις στόχοι
Στο πλαίσιο αυτό, οι ισραηλινές επιθέσεις είχαν τρεις βασικούς στόχους πέραν της αποδυνάμωσης των πυρηνικών υποδομών του Ιράν και συγκεκριμένα επιδιώκουν να παρασύρουν τις ΗΠΑ σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση, να αποκεφαλίσουν το ιρανικό καθεστώς, και να μετατρέψουν το Ιράν σε «δεύτερη Συρία» ή «δεύτερο Λίβανο», χώρες που το Ισραήλ μπορεί να βομβαρδίζει χωρίς αμερικανική εμπλοκή.
Μόνο ο πρώτος στόχος επιτεύχθηκε μερικώς. Ο Τραμπ δεν «εξάλειψε» το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ούτε το έφερε σε σημείο που να θεωρείται ότι το ζήτημα έκλεισε. Το επιθυμητό για το Ισραήλ ήταν η πλήρης εμπλοκή των ΗΠΑ, με πλήγματα κατά των συμβατικών δυνάμεων και της οικονομικής υποδομής του Ιράν.
Ο Τραμπ, ωστόσο, ενώ προτιμά γρήγορη και αποφασιστική δράση, φοβάται την πλήρη κλιμάκωση. Έτσι, περιορίστηκε σε πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, επιδιώκοντας να αποφύγει την επέκταση του πολέμου.
Η άρνησή του να προχωρήσει σε πλήρη πολεμική εκστρατεία ήταν καθοριστική για την αποδοχή της εκεχειρίας από το Ισραήλ. Στην πορεία του πολέμου, η χώρα υπέστη σοβαρές απώλειες: η αεράμυνά της αποδυναμώθηκε και το Ιράν έγινε πιο αποτελεσματικό στη διάτρησή της με πυραύλους.
Παρότι το Ισραήλ πιθανότατα θα συνέχιζε αν οι ΗΠΑ είχαν εμπλακεί πλήρως, το δεδομένο ότι τα αμερικανικά πλήγματα ήταν μεμονωμένα άλλαξε την εξίσωση.
Οι δύο άλλοι στόχοι του Ισραήλ απέτυχαν καθαρά. Παρά τις αρχικές επιτυχίες, τη δολοφονία 30 ανώτερων διοικητών και 19 πυρηνικών επιστημόνων, η διακοπή του ιρανικού συστήματος διοίκησης και ελέγχου ήταν προσωρινή.
Μέσα σε 18 ώρες, το Ιράν είχε αντικαταστήσει σχεδόν όλους τους διοικητές και εξαπέλυσε μαζική πυραυλική επίθεση, δείχνοντας ότι μπορεί να αντέξει βαριές απώλειες και να απαντήσει δυναμικά.
Η ελπίδα του Ισραήλ να προκαλέσει πανικό και κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος δεν επαληθεύτηκε.
Σύμφωνα με την Washington Post, πράκτορες της Μοσάντ τηλεφώνησαν σε ανώτερους Ιρανούς αξιωματούχους, απειλώντας τους ίδιους και τις οικογένειές τους για να αποστατήσουν. Παρά το ότι έγιναν περισσότερες από 20 τέτοιες κλήσεις στις πρώτες ώρες του πολέμου, δεν υπάρχει ένδειξη ότι έστω και ένας στρατηγός υπέκυψε.
Αντίθετα, οι δολοφονίες ανώτερων διοικητών των Φρουρών της Επανάστασης δεν προκάλεσαν μαζικές διαδηλώσεις ή εξέγερση. Οι Ιρανοί, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, συσπειρώθηκαν γύρω από τη σημαία, αν όχι γύρω από το καθεστώς, σε ένα κύμα εθνικισμού.
Το Ισραήλ δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί την ευρύτερη δυσαρέσκεια προς την ιρανική ηγεσία. Μετά από σχεδόν δύο χρόνια επιχειρήσεων στη Γάζα και μια αιφνιδιαστική επίθεση στο Ιράν εν μέσω διαπραγματεύσεων, μόνο ένα μικρό τμήμα των Ιρανών, κυρίως στη διασπορά, διατηρεί θετική εικόνα για το Ισραήλ.







