Οι δηλώσεις του ήρθαν λίγο πριν την υπογραφή δύο αμφιλεγόμενων εκτελεστικών διαταγμάτων: το πρώτο καταργεί την αποφυλάκιση χωρίς χρηματική εγγύηση και το δεύτερο ποινικοποιεί την καύση της αμερικανικής σημαίας, εγείροντας ανησυχίες για τον περιορισμό θεμελιωδών ελευθεριών.
Εθνοφρουρά σε πόλεις με Δημοκρατικούς δημάρχους
Η στρατηγική «νόμου και τάξης» του Τραμπ εφαρμόστηκε αρχικά στην Ουάσιγκτον, όπου 800 μέλη της Εθνοφρουράς αναπτύχθηκαν στους δρόμους, παρά τη μείωση των δεικτών εγκληματικότητας. Παρόμοια μέτρα ετοιμάζονται για το Λος Άντζελες και το Σικάγο, προκαλώντας αντιδράσεις σε πολιτείες με Δημοκρατικούς κυβερνήτες.
Ο Τραμπ κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς δημάρχους ότι «αρνούνται να παραδεχθούν πως οι πόλεις τους έχουν μετατραπεί σε πεδία μάχης». Από την πλευρά τους, κυβερνήτες όπως ο Τζ.Μπ. Πρίτζκερ (Ιλινόι) και ο Γουές Μουρ (Μέριλαντ) μιλούν για «κατασκευασμένη κρίση» και υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδιακή επέμβαση υπονομεύει τη δημοκρατική τάξη.
«Είμαι ο μόνος που προστατεύει τη χώρα»
Παρά την έντονη κριτική, ο Τραμπ παραμένει ανένδοτος. «Όταν στέλνω στρατό για να σταματήσω την εγκληματικότητα, με λένε δικτάτορα. Θα έπρεπε να με ευχαριστούν. Αυτοί οι άνθρωποι είναι άρρωστοι», ανέφερε με έντονο ύφος.
Η κίνηση του προέδρου ερμηνεύεται από πολλούς ως προσπάθεια συσπείρωσης της εκλογικής του βάσης ενόψει των εκλογών του 2026, με αιχμή την «αποκατάσταση της τάξης» και την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας – ανεξαρτήτως της πραγματικής εικόνας.



