Πλέον, όλα τα πακέτα θα υπόκεινται σε δασμούς, ανεξαρτήτως αξίας, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης του ελέγχου των εισαγωγών και περιορισμού του λαθρεμπορίου. Η συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί την τελευταία κλιμάκωση στον εμπορικό πόλεμο που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση Τραμπ, ανεβάζοντας τους δασμούς σε ιστορικά υψηλά και προκαλώντας ένταση με εμπορικούς εταίρους και συμμάχους.
Η απόφαση έχει προκαλέσει αναστάτωση σε ταχυδρομικές υπηρεσίες διεθνώς, με φορείς στη Γερμανία και τη Σιγκαπούρη να δηλώνουν πως οι αμερικανικές αρχές δεν έχουν ξεκαθαρίσει επαρκώς πώς θα εισπράττονται οι νέοι δασμοί.
Ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης διαβεβαίωσε πως η Ουάσιγκτον συνεργάζεται με ξένες κυβερνήσεις και την Ταχυδρομική Υπηρεσία των ΗΠΑ (USPS) για να διασφαλιστεί ότι η μετάβαση θα γίνει με τη μικρότερη δυνατή αναστάτωση.
Η αρχική εφαρμογή της αναστολής του «de minimis» είχε ξεκινήσει νωρίτερα φέτος για εισαγωγές από την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, πλήττοντας κυρίως ηλεκτρονικά καταστήματα όπως οι Shein και Temu, που εξυπηρετούν απευθείας Αμερικανούς καταναλωτές.
Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι αποστολές που εισέρχονταν στις ΗΠΑ βάσει του καθεστώτος “de minimis” αυξήθηκαν από 134 εκατομμύρια το 2015 σε πάνω από 1,36 δισεκατομμύρια το 2024. Οι αρχές κατηγορούν το σύστημα για κατάχρηση και λαθραία εισαγωγή επικίνδυνων ουσιών, όπως η φαιντανύλη, ένα εξαιρετικά ισχυρό οπιοειδές.
«Τα ξένα ταχυδρομεία πρέπει να συμμαζευτούν όσον αφορά την παρακολούθηση και την αστυνόμευση της χρήσης της διεθνούς αλληλογραφίας για σκοπούς λαθρεμπορίου και διάδοσης της τρομοκρατίας», δήλωσε ο Πίτερ Ναβάρο, σύμβουλος του προέδρου για θέματα εμπορίου.
Μετά την πρώτη φάση της εφαρμογής, οι καθημερινές αποστολές πακέτων μέσω “de minimis” μειώθηκαν από 4 εκατομμύρια σε 1 εκατομμύριο την ημέρα. Ωστόσο, Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι αν το νέο καθεστώς δεν εφαρμοστεί παγκοσμίως, υπάρχει κίνδυνος η Κίνα να ανακατευθύνει τις αποστολές μέσω τρίτων χωρών, αποκρύπτοντας την πραγματική τους προέλευση.






