Πιο αναλυτικά, ο Κότσερ, ο οποίος διαδέχθηκε τον υπέρμαχο της αυστηρής νομισματικής γραμμής Ρόμπερτ Χόλτσμαν, μιλώντας στο αυστριακό πρακτορείο APA, αναγνώρισε ότι στο εσωτερικό της ΕΚΤ υπάρχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με το κατάλληλο επίπεδο επιτοκίων. Ο ίδιος, ωστόσο, δήλωσε ότι «ευθυγραμμίζεται με εκείνα τα μέλη που συνιστούν προσοχή κατά τις επόμενες εβδομάδες». Την ίδια ώρα, οι περισσότεροι αναλυτές αναμένουν ότι η ΕΚΤ δεν θα προχωρήσει σε αλλαγή επιτοκίων στην επικείμενη συνεδρίαση.
Σε ανάλογο πνεύμα κινήθηκε και η Ίζαμπελ Σνάμπελ, η οποία σε συνέντευξή της στο Reuters δήλωσε ότι, παρά τις εμπορικές εντάσεις με τις ΗΠΑ, «η ευρωπαϊκή οικονομία διατηρεί την ανθεκτικότητά της». Ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι πιέσεις στις τιμές μπορεί να αποδειχθούν πιο έντονες απ’ ό,τι εκτιμούν οι τρέχουσες προβλέψεις. «Πιστεύω ότι ίσως ήδη βρισκόμαστε σε ήπια διευκολυντική πολιτική και δεν βλέπω λόγο για περαιτέρω μείωση επιτοκίων», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι οι εμπορικοί δασμοί έχουν συνολικά πληθωριστική επίδραση.
Η ίδια επεσήμανε πως ο κίνδυνος για τον πληθωρισμό παραμένει ανοδικός, εξαιτίας παραγόντων όπως η αύξηση των τιμών τροφίμων στις ΗΠΑ, οι επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές και η επιβολή δασμών. Παράλληλα, διέψευσε σενάρια περί παρατεταμένης υποχώρησης του πληθωρισμού κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ, δηλώνοντας: «Δεν θεωρώ πιθανή την αποσταθεροποίηση των προσδοκιών μετά από μια μακρά περίοδο υψηλού πληθωρισμού».
Η Σνάμπελ εκτίμησε επίσης ότι η διεθνής αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί να έρθει νωρίτερα από ό,τι αναμένεται, ως αποτέλεσμα γεωπολιτικών εξελίξεων, αύξησης των κρατικών δαπανών και δημογραφικών πιέσεων. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «το σημείο όπου οι κεντρικές τράπεζες θα αρχίσουν ξανά να αυξάνουν τα επιτόκια μπορεί να έρθει νωρίτερα από ό,τι πιστεύουν πολλοί».
Δεν παρέλειψε, τέλος, να σχολιάσει και τις επιθέσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), προειδοποιώντας πως η απώλεια της ανεξαρτησίας της Fed θα μπορούσε να οδηγήσει σε άνοδο των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιτοκίων, με ευρύτερες αρνητικές συνέπειες για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της ΕΚΤ.
Η ταύτιση απόψεων ανάμεσα στον Κότσερ και τη Σνάμπελ αποτυπώνει το ευρύτερο κλίμα στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, όπου – παρά τις διαφοροποιήσεις στις εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό – φαίνεται να κυριαρχεί μια στρατηγική σταθερότητας και αποφυγής βιαστικών παρεμβάσεων.
Σε πρόσφατες δηλώσεις της, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, ανέφερε ότι έχει επιτευχθεί ο στόχος της σταθερότητας τιμών και ξεκαθάρισε ότι θα ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διατηρηθεί ο πληθωρισμός υπό έλεγχο. «Ο στόχος για τον πληθωρισμό είναι το 2% και θα συνεχίσουμε να λαμβάνουμε τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουμε ότι οι τιμές παραμένουν σταθερές», δήλωσε στο γαλλικό ραδιόφωνο Radio Classique.
Αντίθετα, πιο «περιστέρι» στάση υιοθέτησε ο Γκεντιμίνας Σίμκους, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Λιθουανίας, ο οποίος δήλωσε – σύμφωνα με το δίκτυο Econostream Media – ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να χρειαστεί να μειώσει ξανά τα επιτόκια τον Δεκέμβριο. Σε ανάρτηση στην πλατφόρμα Χ, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι είπε: «Δεν θα εκπλαγώ αν ο Άγιος Βασίλης έρθει με ψαλίδι».
Ο Σίμκους τόνισε πως είναι «πιο πιθανό παρά απίθανο» να υπάρξει νέα μείωση των επιτοκίων και ανέφερε πως, εφόσον τα στοιχεία δείξουν επιδείνωση της οικονομίας, το ενδεχόμενο περαιτέρω χαλάρωσης ίσως τεθεί προς συζήτηση ήδη από τον Οκτώβριο. Όπως είπε, «υπάρχουν πολλές δυνάμεις που δείχνουν προς χαμηλότερο μελλοντικό πληθωρισμό» και υπογράμμισε ότι «οι κίνδυνοι για την οικονομία και τον πληθωρισμό παραμένουν στραμμένοι προς τα κάτω».



