«Αυτή είναι μια χώρα συνταγματικού δικαίου, όχι στρατιωτικού νόμου», έγραψε η ομοσπονδιακή δικαστής Κάριν Ίμεργκουτ, η οποία είχε διοριστεί από τον ίδιο τον Τραμπ, όπως μεταδίδει το Politico.
Η Ίμεργκουτ δήλωσε ότι η απόφαση του Τραμπ να επιστρατεύσει μέλη της Εθνοφρουράς του Όρεγκον βασίστηκε σε ψευδείς ισχυρισμούς περί νυχτερινών ταραχών που στόχευαν ομοσπονδιακές μεταναστευτικές αρχές και κτίρια στο Πόρτλαντ. Αν και ο Τραμπ περιέγραψε την πόλη ως «ρημαγμένη από τον πόλεμο» και βυθισμένη στη βία, η αστυνομία δήλωσε ότι οι διαδηλώσεις που σχετίζονταν με τη μετανάστευση ήταν μικρές, διαχειρίσιμες και κατά κύριο λόγο ειρηνικές τις ημέρες που προηγήθηκαν της ανακοίνωσής του.
«Αυτά τα περιστατικά είναι ανεπίτρεπτα, αλλά δεν πλησιάζουν καν το επίπεδο που απαιτεί επέμβαση πέρα από τις δυνατότητες των τακτικών δυνάμεων επιβολής του νόμου», έγραψε η Ίμεργκουτ.
Ο Λευκός Οίκος, μέσω της εκπροσώπου του Αμπιγκέιλ Τζάκσον, δήλωσε:
«Ο Πρόεδρος Τραμπ άσκησε τη νόμιμη εξουσία του για να προστατεύσει ομοσπονδιακά περιουσιακά στοιχεία και προσωπικό στο Πόρτλαντ, έπειτα από βίαιες ταραχές και επιθέσεις εναντίον των δυνάμεων επιβολής του νόμου – αναμένουμε ότι θα δικαιωθούμε από ανώτερο δικαστήριο.»
Το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό.
Η απόφαση αποτελεί τη νεότερη νομική απόρριψη των ενεργειών του Τραμπ, καθώς αυξάνει τον αριθμό των πόλεων στις οποίες στέλνει στρατεύματα παρά την αντίθεση των τοπικών αρχών. Το Σάββατο, ο Τραμπ διέταξε την ανάπτυξη μελών της Εθνοφρουράς στο Σικάγο, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του κυβερνήτη του Ιλινόις, Τζ. Μπ. Πρίτσκερ. Παρόμοια ανάπτυξη έχει διαταχθεί και στο Λος Άντζελες και στην Ουάσινγκτον, όπου τοπικές αρχές έχουν καταθέσει αγωγές ζητώντας να σταματήσουν οι αποστολές στρατευμάτων.
Αν και η ομοσπονδιακή νομοθεσία απαγορεύει τη χρήση του στρατού για την επιβολή του νόμου εντός των ΗΠΑ, ο πρόεδρος έχει το δικαίωμα να αναπτύξει στρατεύματα για την προστασία ομοσπονδιακής περιουσίας και προσωπικού, εφόσον κρίνει ότι η πολιτική αναταραχή πλησιάζει σε εξέγερση κατά της κυβέρνησης των ΗΠΑ — ή ότι εμποδίζει τις ομοσπονδιακές αρχές από το να εφαρμόσουν το νόμο.
Η κυβέρνηση αναμένεται να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης της Ίμεργκουτ στο Εφετείο της 9ης Περιφέρειας, το οποίο στο παρελθόν είχε αποκαταστήσει την εξουσία του Τραμπ να καλέσει την Εθνοφρουρά στο Λος Άντζελες, μετά από παρόμοια απαγόρευση από δικαστή του Σαν Φρανσίσκο. Ωστόσο, η Ίμεργκουτ δήλωσε ότι οι διαδηλώσεις στο Πόρτλαντ ήταν σαφώς λιγότερο σοβαρές από εκείνες στο Λος Άντζελες και δεν πλησίαζαν καν το κατώφλι που πρέπει να πληρείται για να δικαιολογηθεί η ομοσπονδιοποίηση της Εθνοφρουράς ενός πολιτείας.
Η κυβέρνηση, τόνισε, «παρουσίασε μια σειρά επιχειρημάτων που, αν γίνουν αποδεκτά, ενέχουν τον κίνδυνο να θολώσουν τη γραμμή μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ομοσπονδιακής εξουσίας – εις βάρος του έθνους.»
Η Ίμεργκουτ επισήμανε ότι οι διαμαρτυρίες κατά της Υπηρεσίας Μετανάστευσης (ICE) κορυφώθηκαν τον Ιούνιο, αλλά είχαν σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει μετά τις 25 Ιουνίου. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, σημείωσε, «αυτές οι διαμαρτυρίες συνήθως περιλάμβαναν είκοσι ή λιγότερα άτομα.» Ακόμα και όταν ορισμένες συγκεντρώσεις ήταν μεγαλύτερες, η τοπική αστυνομία τις διαχειριζόταν επαρκώς, συχνά με τη συνεργασία πολλών αστυνομικών υπηρεσιών.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστήριξε ότι η απόφαση του προέδρου πως οι ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν τους νόμους περί μετανάστευσης — γεγονός που συνιστά νομική βάση για την ομοσπονδιοποίηση της Εθνοφρουράς — πρέπει να τύχει ευρείας δικαστικής ανοχής. Σε ακρόαση την Παρασκευή, ο δικηγόρος του Υπουργείου Δικαιοσύνης Έρικ Χάμιλτον υποστήριξε ότι υπήρχαν «θύλακες βίας» τον Σεπτέμβριο που ξεπερνούσαν το όριο για την ενεργοποίηση της εξουσίας του Τραμπ. Πρόσθεσε μάλιστα ότι ο σχετικά μικρός αριθμός στρατευμάτων, σε σύγκριση με τις χιλιάδες που επιστρατεύθηκαν στο Λος Άντζελες, καταδεικνύει ότι η επιβάρυνση για το Όρεγκον ήταν ελάχιστη.
Η Ίμεργκουτ αναγνώρισε ότι ο πρόεδρος δικαιούται «σημαντική διακριτική ευχέρεια» στην κρίση του, αλλά δήλωσε πως ακόμα και υπό αυτό το πρότυπο, η απόφαση του Τραμπ δεν ελήφθη με καλή πίστη.
«‘Σημαντική διακριτική ευχέρεια’,» αποφάνθηκε η Ίμεργκουτ, «δεν σημαίνει να αγνοούμε τα πραγματικά δεδομένα στο έδαφος.»





