Μια έρευνα του Euractiv αποκαλύπτει εντάσεις ανάμεσα σε μέλη της Επιτροπής Νομικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου και ανώτατη Βελγίδα εισαγγελέα, προμηνύοντας μια σύγκρουση σχετικά με τον ρόλο που πρέπει να έχει το βελγικό δικαστικό σύστημα στην εποπτεία των ευρωπαϊκών δημοκρατικών θεσμών.
Αν και η διαμάχη αφορά τυπικά το αν πρέπει να αρθεί η ασυλία ευρωβουλευτών που φέρονται να εμπλέκονται σε παράτυπες ενέργειες, η έκβασή της ενδέχεται να έχει σοβαρές συνέπειες για την ευρύτερη λογοδοσία των κεντρικών οργάνων της ΕΕ.
Βαλίτσες με μετρητά
Υπενθυμίζεται ότι το 2022, μετά τις αποκαλύψεις για βαλίτσες γεμάτες μετρητά στο διαμέρισμα της τότε Αντιπροέδρου του Ευρωκοινοβουλίου, Εύας Καϊλή, η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μετσόλα, είχε δεσμευτεί για ριζικές μεταρρυθμίσεις και πλήρη συνεργασία με τις βελγικές αρχές — οι οποίες τότε παρουσιάζονταν ως οι νέοι «σερίφηδες» κατά της διαφθοράς στην ΕΕ.
Ωστόσο, τρία χρόνια μετά το σοκ του Qatargate —της συνεχιζόμενης έρευνας που συνδέει ευρωβουλευτές με φερόμενες δωροδοκίες από Κατάρ και Μαρόκο— το κλίμα έχει αλλάξει δραματικά.
Όταν τον Μάρτιο αποκαλύφθηκε ότι οι βελγικές αρχές ξεκινούν νέα έρευνα για το Κοινοβούλιο, αυτή τη φορά για πιθανή επιρροή από τον κινεζικό κολοσσό τηλεπικοινωνιών Huawei, η Μετσόλα και πολλοί ευρωβουλευτές αντέδρασαν έντονα. Αντί για διαφάνεια, το Κοινοβούλιο υιοθέτησε αμυντική στάση και αμφισβήτησε ανοιχτά την αξιοπιστία του βελγικού δικαστικού συστήματος.
Η Βελγική Δικαιοσύνη υπό πίεση για καθυστερήσεις
Η σπίθα που άναψε τη διαμάχη ήρθε όταν οι εισαγγελείς ζήτησαν την άρση ασυλίας ενός ευρωβουλευτή που φέρεται να παρευρέθηκε σε εκδήλωση της Huawei — μόνο και μόνο για να αποδειχθεί ότι ο ευρωβουλευτής δεν ήταν ποτέ εκεί. Η Μετσόλα κατήγγειλε αυτό που χαρακτήρισε ως «αμέλεια» και δήλωσε ότι πρέπει να προστατευθεί το κύρος του θεσμού.
Έκτοτε, το Κοινοβούλιο αρνείται την άρση της ασυλίας τεσσάρων ακόμη ευρωβουλευτών – οδηγώντας σε έναν αθόρυβο θεσμικό «πόλεμο νεύρων» με τις δικαστικές αρχές, όπως αποκαλύπτει το Euractiv.
Εμπιστευτικές επιστολές μεταξύ των μελών της Επιτροπής Νομικών Υποθέσεων και της αρμόδιας Βελγίδας εισαγγελέως δείχνουν αυξανόμενη καχυποψία και στις δύο πλευρές. Έξι μήνες μετά την υποβολή του αιτήματος για άρση ασυλίας, το Κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη θέσει το θέμα σε ψηφοφορία. Οι ευρωβουλευτές εξακολουθούν να διαφωνούν για το αν πρέπει να επιτραπεί η έρευνα, ενώ κριτικάρουν την προσέγγιση της εισαγγελέως πίσω από κλειστές πόρτες.
Ανεπαρκής θεσμική θωράκιση
Η διαμάχη αναδεικνύει ένα βαθύτερο θεσμικό πρόβλημα: η αρχιτεκτονική του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν σχεδιάστηκε για να αντέξει τη σημερινή κλίμακα επιρροής από ιδιωτικά και ξένα συμφέροντα. Δεν υπάρχουν ξεκάθαρα όρια μεταξύ λόμπινγκ, πολιτικής ρουτίνας και διαφθοράς, αφήνοντας ένα επικίνδυνο «γκρίζο» πεδίο.
Έτσι, το Κοινοβούλιο βρίσκεται εκτεθειμένο από δύο πλευρές: αφενός, σε εισαγγελείς που ενδέχεται να βλέπουν ποινικά αδικήματα εκεί όπου οι πολιτικοί βλέπουν απλώς πολιτικές σχέσεις, και αφετέρου, σε μια δικαιοσύνη με περιορισμένες αρμοδιότητες απέναντι σε έναν ευρωπαϊκό θεσμό που καλύπτεται από ασυλίες.
Πνίγοντας το σκάνδαλο στη γραφειοκρατία
Καθώς η διαμάχη συνεχίζεται, η λογοδοσία στην ΕΕ φαίνεται ξανά να παραλύει από γραφειοκρατικούς λαβύρινθους – μια κατάσταση όπου τα σκάνδαλα εξαφανίζονται πίσω από επιτροπές, διαδικασίες και έντυπα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η 25μελής Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου, η οποία εξετάζει το αίτημα της Βελγίας για άρση της ασυλίας τεσσάρων ευρωβουλευτών που φέρονται να συνδέονται με την υπόθεση Huawei. Η Huawei, η οποία δεν έχει κατηγορηθεί ποινικά, δηλώνει ότι δύο υπάλληλοί της παραβίασαν την τοπική νομοθεσία και απολύθηκαν, ενώ η εταιρεία συνεργάζεται πλήρως με τις αρχές.
Τον Ιούλιο, τα μέλη της επιτροπής κάλεσαν την ομοσπονδιακή εισαγγελέα Άν Φράνσεν σε κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση, η οποία σύμφωνα με δύο παριστάμενους χαρακτηρίστηκε ως «τεταμένη». Ο πρόεδρος της επιτροπής, Ιλχάν Κιουτσούκ, επιβεβαίωσε το κλίμα αυτό σε επιστολή του προς την εισαγγελέα, γράφοντας ότι η υπόθεση «δεν έχει επαρκώς στοιχειοθετηθεί» ώστε να ληφθεί απόφαση.
Η εισαγγελέας απαντά
Στην απάντησή της τον Σεπτέμβριο, η Φράνσεν ξεκαθάρισε ότι οι ευρωβουλευτές δεν έχουν αρμοδιότητα να κρίνουν το αποδεικτικό υλικό, παρά μόνο να εξετάσουν αν το αίτημα για άρση ασυλίας είναι πολιτικά υποκινούμενο.
Η εισαγγελέας προειδοποίησε ότι η απαίτηση για λεπτομερή στοιχεία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την έρευνα, να παραβιάσει την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και να οδηγήσει σε διαρροές που θα πλήξουν υπολήψεις.
Επιπλέον, υπενθύμισε ότι τα αιτήματα για άρση ασυλίας πρέπει να κατατίθενται μόλις προκύψουν βάσιμες ενδείξεις παρατυπιών – ακόμη και πριν ολοκληρωθεί η συλλογή όλων των αποδεικτικών στοιχείων – καθώς χωρίς την άρση, οι αρχές δεν μπορούν να προχωρήσουν στην εξέταση των εμπλεκομένων.
Αυξανόμενη ένταση και αδιέξοδο
Η διαμάχη απειλεί να «παγώσει» τις έρευνες για πιθανή διαφθορά στην ΕΕ, καθώς οι ευρωβουλευτές γίνονται όλο και πιο απρόθυμοι να εγκρίνουν τέτοια αιτήματα. Αν και η Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων συνήθως χρειάζεται πέντε μήνες για να επεξεργαστεί τις υποθέσεις ασυλίας – και στις περισσότερες περιπτώσεις εγκρίνει τελικά τα αιτήματα — αυτή τη φορά η διαδικασία έχει σχεδόν παγώσει. Ένα μέλος της επιτροπής δήλωσε στο Euractiv ότι η αντίσταση στην υπόθεση Huawei είναι «άνευ προηγουμένου».
Στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου, η δυσαρέσκεια αυξάνεται. Ορισμένοι ευρωβουλευτές παραδέχονται ιδιωτικά ότι οι αποφάσεις περί άρσης ασυλίας έχουν μετατραπεί σε διαπραγματευτικά χαρτιά μεταξύ πολιτικών ομάδων – με κατηγορίες για παρασκηνιακές κινήσεις ώστε να προστατευθεί το κύρος του θεσμού ή συγκεκριμένες πολιτικές οικογένειες από τη δικαστική διερεύνηση. Άλλοι απλώς κατηγορούν τους εισαγγελείς ότι προκαλούν φθορά στην υπόληψη των βουλευτών χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
Τον Ιούνιο, η Μετσόλα δεσμεύτηκε να αναθεωρήσει τις διαδικασίες συνεργασίας με την βελγική αστυνομία, προειδοποιώντας ότι η φήμη των ευρωβουλευτών πλήττεται από πρόωρες και ατεκμηρίωτες κατηγορίες. Στο πλαίσιο της έρευνας Huawei, οι βελγικές αρχές απέσυραν μάλιστα ένα από τα αιτήματα για άρση ασυλίας λόγω λάθους. Αργότερα το καλοκαίρι, η Μετσόλα έστειλε επίσημη επιστολή προς τα κράτη μέλη – την οποία επικαλείται το Euractiv – υπενθυμίζοντας τους κανόνες που διέπουν τέτοιες διαδικασίες.
«Όταν απαιτείται, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνεργάζεται πλήρως με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές για την υποβοήθηση της απονομής δικαιοσύνης και θα συνεχίσει να το πράττει», δήλωσε εκπρόσωπος του Κοινοβουλίου, αρνούμενος να σχολιάσει περαιτέρω.
Προς το παρόν, όμως, η συνεργασία αυτή φαίνεται να έχει φτάσει σε αδιέξοδο.






