Η υπόθεση αφορά το κατά πόσο οι αποφάσεις του Λευκού Οίκου παραβιάζουν τη συνταγματική αρμοδιότητα του Κογκρέσου να θεσπίζει φόρους. Την προσφυγή κατέθεσαν μικρομεσαίες επιχειρήσεις που θεωρούν ότι έχουν πληγεί από τους δασμούς, με τη στήριξη δώδεκα Πολιτειών που υποστηρίζουν πως τα μέτρα ζημιώνουν τις τοπικές οικονομίες.
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, οι δικαστές εξέφρασαν τον σκεπτικισμό τους για τη νομιμότητα των προεδρικών αποφάσεων. Τόσο οι φιλελεύθεροι όσο και οι συντηρητικοί δικαστές απηύθυναν αυστηρές ερωτήσεις στον γενικό εισαγγελέα Ντ. Τζον Σάουερ, που υπερασπίζεται την κυβέρνηση, ζητώντας διευκρινίσεις για τον τρόπο επιβολής των δασμών.
Σημειώνεται πως τα ομοσπονδιακά δικαστήρια χαμηλότερου βαθμού είχαν ήδη κρίνει ότι ο Τραμπ δεν διέθετε τη νομική βάση που επικαλέστηκε μέσω του νόμου International Emergency Economic Powers Act (IEEPA) για να επιβάλει «ανταποδοτικούς δασμούς» σε εισαγωγές από σημαντικούς εμπορικούς εταίρους, αλλά και ειδικούς δασμούς σε προϊόντα από τον Καναδά, την Κίνα και το Μεξικό.
Ο Σάουερ υποστήριξε ότι οι δασμοί είναι «ρυθμιστικού χαρακτήρα» και όχι φόροι που σκοπό έχουν την άντληση εσόδων. «Το γεγονός ότι φέρνουν έσοδα είναι απλώς συνέπεια των μέτρων», σημείωσε. Ωστόσο, η δικαστής Σόνια Σοτομαγιόρ αντέτεινε: «Λέτε ότι δεν είναι φόροι, αλλά είναι. Παράγουν έσοδα από τους Αμερικανούς πολίτες». Υπενθύμισε, επίσης, ότι κανένας προηγούμενος πρόεδρος δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ το IEEPA για την επιβολή δασμών.
Ο συντηρητικός δικαστής Νιλ Γκόρσατς εξέφρασε κι εκείνος με τη σειρά του την ανησυχία του σχετικά με το εάν ο πρόεδρος ενήργησε μονομερώς, επικαλούμενος «διεθνείς καταστάσεις έκτακτης ανάγκης» όπως εμπορικά ελλείμματα ή την εισαγωγή φαιντανύλης. «Τι γίνεται αν ο Πρόεδρος ασκεί βέτο σε κάθε προσπάθεια του Κογκρέσου να του αφαιρέσει αυτήν την εξουσία;» ρώτησε, υπογραμμίζοντας ότι μια τέτοια πρακτική ισχυροποιεί πολύ την εκτελεστική εξουσία.
Μία ακόμη δικαστής, η Έιμι Κόνι Μπάρετ, αμφισβήτησε, με τη σειρά της, τη λογική της επιβολής δασμών σχεδόν σε όλες τις χώρες, ρωτώντας γιατί χώρες όπως η Ισπανία ή η Γαλλία θεωρούνται απειλή για την εθνική άμυνα. Ο Σάουερ απάντησε ότι οι δασμοί επιβλήθηκαν ευρέως επειδή «η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι εξίσου εκτεταμένη», επικαλούμενος «άδικες εμπορικές πρακτικές», χωρίς όμως να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες, όπως σημειώνεται σε σχετικό δημοσίευμα του CNBC.
Η δικαστής Έλενα Κέιγκαν σχολίασε ειρωνικά ότι το δικαστήριο εξετάζει συνεχώς υποθέσεις όπου ο Τραμπ επικαλείται «έκτακτες ανάγκες» για να επεκτείνει τις εξουσίες του, λέγοντας: «Βρισκόμαστε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τα πάντα, συνεχώς, σχεδόν για τη μισή υφήλιο».
Σημειώνεται ότι οι επίμαχοι δασμοί κυμαίνονται από 10% έως 50% και αφορούν χώρες όπως η Ινδία και η Βραζιλία. Αν παραμείνουν σε ισχύ, τα έσοδα ενδέχεται να φτάσουν τα 3 τρισ. δολάρια ως το 2035. Ήδη η κυβέρνηση έχει συγκεντρώσει 151 δισ. δολάρια, περίπου 300% περισσότερα από την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο, κάτι που ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει «μεγάλη επιτυχία».
Ο δικηγόρος των επιχειρήσεων, Νιλ Κατιάλ, υποστήριξε ότι οι δασμοί στην ουσία είναι φόροι και άρα μόνο το Κογκρέσο έχει εξουσία να τους θεσπίζει. «Δεν πιστεύουμε ότι ο νόμος IEEPA επιτρέπει την ανατροπή ολόκληρης της διεθνούς δομής των δασμών», δήλωσε. Στο παράδειγμα της Ελβετίας, εναντίον της οποίας ο Τραμπ επέβαλε δασμούς 39%, τόνισε: «Κανένας άλλος πρόεδρος δεν έχει πράξει κάτι τέτοιο».
Αν και ο Τραμπ δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο, υπερασπίστηκε δημοσίως τις επιλογές του, τονίζοντας ότι οι δασμοί είναι «ζωτικής σημασίας για την προστασία της οικονομίας και της εθνικής ασφάλειας». Ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, παρευρέθηκε στη διαδικασία και προειδοποίησε ότι, αν το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώσει τους δασμούς, η κυβέρνηση ίσως χρειαστεί να επιστρέψει έως 750 δισ. δολάρια σε εισαγωγείς. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι υπάρχει «Σχέδιο Β» με εναλλακτικούς νομικούς μηχανισμούς για τη διατήρηση των μέτρων.
Προς το παρόν, δεν έχει καθοριστεί το πότε θα εκδοθεί η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.



