Η Καταρίνα Γκανγκλ, διευθύντρια του Ινστιτούτου Νυρεμβέργης για τις Αποφάσεις στην Αγορά (ΝΙΜ), εξηγεί ότι η τάση αυτή συνδέεται με τον πρόσφατο πληθωρισμό μετά την πανδημία. Ωστόσο, η υπερβολική συγκράτηση των δαπανών πλήττει την κατανάλωση, με συνέπειες στο εμπόριο, την απασχόληση, τους μισθούς και τα φορολογικά έσοδα.
Η Γκανγκλ προτείνει ακόμη και τη θέσπιση φόρου στους τραπεζικούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου ως προειδοποιητικό μέτρο, για να ενθαρρυνθεί η διάθεση μέρους των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις. Όπως τονίζει, «ένας λογαριασμός ταμιευτηρίου μπορεί να μην είναι το καλύτερο μέρος για να προστατεύσετε τα χρήματά σας από τους πολιτικούς».
Παράλληλα, το 49% των Γερμανών δηλώνει ότι μπορεί να αποταμιεύσει ίδιο ή μεγαλύτερο ποσό από πέρυσι, γεγονός που καταδεικνύει ότι η γερμανική απαισιοδοξία είναι μάλλον υπερβολική. Ο Δανός οικονομολόγος Έρικ Νίλσεν, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Der Spiegel, επισημαίνει ότι η χώρα διαθέτει αξιοσημείωτο βαθμό σταθερότητας σε σχέση με τις ΗΠΑ ή άλλες χώρες, παρά τους κινδύνους και τις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Ο Νίλσεν σημειώνει ότι η κατά κεφαλήν παραγωγή στις ΗΠΑ είναι υψηλότερη από αυτή της Γερμανίας, αλλά προτιμά τη ζωή στη Γερμανία, όπου οι δαπάνες είναι πιο αποτελεσματικές και η ποιότητα ζωής υψηλότερη. Το προσδόκιμο ζωής στη Γερμανία είναι σήμερα τρία χρόνια μεγαλύτερο από τις ΗΠΑ, ενώ έρευνες δείχνουν ότι οι πλουσιότεροι Αμερικανοί ζουν όσο οι Γερμανοί με χαμηλότερα εισοδήματα.
Η «ευρωπαϊκή θλίψη», όπως αναφέρει, αντικατοπτρίζει τη συνεχή απαισιοδοξία για την κατάσταση των χωρών μας, η οποία ωστόσο λειτουργεί ως κίνητρο δράσης. Ο ίδιος επικροτεί την απόφαση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς να χαλαρώσει το «φρένο χρέους», εκτιμώντας ότι η πολιτικά τολμηρή κίνηση θα προσφέρει οικονομική δυναμική και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχύτερη ανάπτυξη, ακόμη και έναντι των ΗΠΑ, μέχρι το 2027.
Ο Νίλσεν καταλήγει με μήνυμα υπομονής προς τους Γερμανούς: η ειρηνική πτώση του Τείχους του Βερολίνου αποτελεί υπενθύμιση ότι με ηρεμία και συνεργασία μπορούν να επιτευχθούν μεγάλα αποτελέσματα, παρά τις ανησυχίες και τις δυσκολίες.
Η ανάλυση αυτή αναδεικνύει το δίλημμα της γερμανικής κοινωνίας: αποταμίευση για ασφάλεια ή επένδυση για ανάπτυξη, με τους ειδικούς να προειδοποιούν ότι η υπερβολική συγκράτηση μπορεί να περιορίσει τις προοπτικές της οικονομίας.



