Λένε οι αριθμοί την αλήθεια;
Ορισμένοι στρατιωτικοί αναλυτές και πολιτικοί παράγοντες υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν χρειάζεται να ενισχύσουν κι άλλο τους αμυντικούς τους προϋπολογισμούς, επισημαίνοντας ότι ήδη δαπανούν σημαντικά περισσότερα χρήματα για τον στρατό τους σε σχέση με τη Ρωσία. Η πλειονότητα, ωστόσο, διαφωνεί, τονίζοντας ότι για να υπάρξει πραγματικά συγκρίσιμη εικόνα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αγοραστική δύναμη της κάθε οικονομίας. Με αυτήν την προσαρμογή, υποστηρίζουν, η Ρωσία ξεπερνά σαφώς τις ευρωπαϊκές δαπάνες.
Αναλυτικότερα, ο υπολογισμός δεν είναι τόσο απλός όσο δείχνουν οι απόλυτοι αριθμοί. Η Ρωσία εμφανίζεται να ξοδεύει λιγότερα σε διεθνές νόμισμα, αλλά εάν εξεταστεί η εσωτερική αξία του ρουβλίου, το κόστος παραγωγής οπλικών συστημάτων και το κόστος προσωπικού είναι πολύ χαμηλότερα σε σχέση με τη Δύση. Έτσι, με βάση την αγοραστική δύναμη, οι πραγματικές αμυντικές δαπάνες της Ρωσίας καταγράφονται εδώ και καιρό ως σημαντικά υψηλότερες — και αυτό αφορά μόνο τον επίσημο προϋπολογισμό, χωρίς τους πρόσθετους «σκιώδεις» πόρους.
Τι δείχνουν έρευνες
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Ειρήνης SIPRI στη Στοκχόλμη, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν το 2024 τα 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια. Οι ΗΠΑ παραμένουν μακράν στην κορυφή, ακολουθούμενες από την Κίνα και τη Ρωσία. Στην Ευρώπη, η Γερμανία κατέγραψε τις υψηλότερες εθνικές δαπάνες, ξεπερνώντας τα 88 δισεκατομμύρια δολάρια.
Περισσότερο από το 55% των παγκόσμιων δαπανών προήλθε από τα μέλη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, τα οποία συνολικά διέθεσαν περίπου 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια — ποσό δέκα φορές μεγαλύτερο από τις ρωσικές δαπάνες.
Ωστόσο, στην ευρωρωσική σύγκριση, τα ποσά των ΗΠΑ και του Καναδά πρέπει να εξαιρεθούν. Έτσι, οι ευρωπαϊκές χώρες της Συμμαχίας δαπάνησαν περίπου 474 δισεκατομμύρια δολάρια. Μια άλλη ανάλυση από το Ινστιτούτο IISS υπολογίζει το ποσό σε 457 δισεκατομμύρια δολάρια. Με βάση αυτά, η Ευρώπη φαινομενικά ξοδεύει τρεις έως τέσσερις φορές περισσότερα από τη Ρωσία.
Ωστόσο, αναλυτές που υποστηρίζουν την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης των αμυντικών προϋπολογισμών τονίζουν ότι η απόλυτη σύγκριση δεν αποτυπώνει τις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες. Στη Ρωσία, το κόστος παραγωγής οπλικών συστημάτων και το κόστος ανθρώπινου δυναμικού είναι αισθητά χαμηλότερα, γι’ αυτό και χρησιμοποιείται συχνά η μέθοδος σύγκρισης βάσει αγοραστικής δύναμης (KKP) — μια πολύπλοκη και όχι συστηματικά μετρήσιμη διαδικασία.
Για το 2024, μία σχετική μελέτη δείχνει ότι οι ρωσικές δαπάνες, όταν προσαρμοστούν στην αγοραστική δύναμη, αγγίζουν τα 462 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή ελαφρώς περισσότερα από τα 457 δισεκατομμύρια δολάρια της Ευρώπης. Παρ’ όλα αυτά, τα συμπεράσματα δεν μπορούν να θεωρηθούν οριστικά, καθώς οι υπολογισμοί βασίζονται εν μέρει σε εκτιμήσεις και πολύπλοκους συντελεστές.
Σε απόλυτους αριθμούς, οι ευρωπαϊκές χώρες δαπάνησαν το 2024 τρεις έως τέσσερις φορές περισσότερα για την άμυνα απ’ ό,τι η Ρωσία. Όταν όμως προσαρμοστούν τα δεδομένα στις οικονομικές διαφορές και στην αγοραστική δύναμη, το προβάδισμα περιορίζεται σημαντικά — και σε ορισμένες μελέτες, μάλιστα, αντιστρέφεται. Ωστόσο, η έλλειψη ακριβών και συστηματικών υπολογισμών καθιστά τις συγκρίσεις αυτές μη απόλυτα ασφαλείς.






