• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Ο Μερτς, η ευρωπαϊκή πραγματικότητα και το γερμανικό αδιέξοδο
08:05 - 23 Δεκ 2025

Ο Μερτς, η ευρωπαϊκή πραγματικότητα και το γερμανικό αδιέξοδο

«Δεν χρειαζόμαστε μία γερμανική Ευρώπη, αλλά μία ευρωπαϊκή Γερμανία», είχε δηλώσει η γνωστή φυσιογνωμία της γερμανικής και ευρωπαϊκής Αριστεράς Γκρέγκορ Γκίζι, όταν η πρώτη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα «κλείδωσε» τη συμφωνία για το τρίτο μνημόνιο, μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, τον Ιούλιο του 2015. Δέκα χρόνια μετά, ο κόσμος έχει αλλάξει και οι γεωπολιτικές ισορροπίες είναι πιο εύθραυστες από ποτέ. Και το ζήτημα επανέρχεται: Μπορεί η Γερμανία να ηγηθεί της Ευρώπης, όπως είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο καγκελάριός της, Φρίντριχ Μερτς;

Μεγάλες υποσχέσεις

Οι προσδοκίες ήταν μεγάλες στις Βρυξέλλες όταν ο Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός κέρδισε τις εκλογές τον Φεβρουάριο του 2025. Στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρχε έντονη δυσαρέσκεια για τα αντιφατικά μηνύματα που λάμβαναν από τους υπουργούς της κυβέρνησης Σολτς. Ο πρώην καγκελάριος δεν είχε επενδύσει ιδιαίτερα στη συνεργασία με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, και ιδίως με τη Γαλλία, με αποτέλεσμα η Γερμανία να φαίνεται απούσα σε μια εποχή όπου η ήπειρος έμπαινε σε κρίσιμη περίοδο λόγω πολέμου και ενεργειακής κρίσης, ενώ ταυτόχρονα ερχόταν αντιμέτωπη με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της πανδημίας. Ο Μερτς είχε δεσμευτεί πως η Γερμανία θα επανερχόταν με πρωταγωνιστικό ρόλο και ότι θα διόρθωνε τις «κακές εντυπώσεις» που είχε αφήσει ο προκάτοχός του.

Ο Μερτς ήταν μεν ένα γνωστό και προβεβλημένο πολιτικό πρόσωπο της Χριστιανικής Ένωσης, ωστόσο απείχε για πολλά χρόνια από την ενεργό πολιτική, προτιμώντας μια σταδιοδρομία ως λομπίστας της BlackRock. Επέστρεψε όταν η Άνγκελα Μέρκελ ανακοίνωσε το 2018 την αποχώρησή της το 2021, με τη λήξη της θητείας της. Ο συντηρητικός πολιτικός αναδείχθηκε – στην τρίτη του προσπάθεια – πρόεδρος του κόμματος το 2022, υποσχόμενος ουσιαστικά την αποδόμηση των πολιτικών της πρώην καγκελαρίου. Κατά τη γνώμη του, η Μέρκελ είχε αποξενώσει το κόμμα από τα παραδοσιακά του κοινά, και εκείνος υποσχόταν τον επαναπατρισμό τους από την AfD. Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν για «αντιγραφή» της ακροδεξιάς AfD, για πόλωση και για ανέφικτες υποσχέσεις.

Η προσγείωση στην πραγματικότητα

Τουλάχιστον ως προς το δημοσιονομικό σκέλος, οι κατηγορίες αυτές επιβεβαιώθηκαν. Ο Μερτς είχε υποσχεθεί προεκλογικά φοροελαφρύνσεις και απέρριπτε τη χαλάρωση του «φρένου» χρέους. Κατηγορούσε μάλιστα την κυβέρνηση Σολτς για ανικανότητα. Μεγάλα ινστιτούτα, αλλά και παράγοντες της οικονομίας, τόνιζαν την ανάγκη χαλάρωσης των δημοσιονομικών κανόνων, ώστε να μπορέσει η Γερμανία να προχωρήσει σε δημόσιες επενδύσεις που θα εκσυγχρόνιζαν τις παλαιωμένες της υποδομές και θα απελευθέρωναν πόρους για την αναβάθμιση του στρατεύματος. Υπήρχαν επίσης σοβαρές ενστάσεις ως προς τη βιωσιμότητα των φοροελαφρύνσεων που υποσχόταν.

Η πραγματικότητα τον ανάγκασε τελικά να δεχτεί τη χαλάρωση του «φρένου χρέους» και να δεχτεί μάλιστα την απαίτηση των Πρασίνων για επενδύσεις 100 δισ. στην πράσινη μετάβαση, ώστε να διασφαλίσει την απαραίτητη πλειοψηφία των 2/3 στην ομοσπονδιακή βουλή. Η στάση του ερμηνεύτηκε ως αθέτηση των προεκλογικών του δεσμεύσεων. Ο ίδιος δικαιολόγησε τη στροφή του με το δημόσιο «μπούλινγκ» του Τραμπ προς τον Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο και με την ανάγκη η Γερμανία να είναι σε θέση να αμυνθεί. Προφανώς, η εξήγηση αυτή δεν έπεισε κανέναν. Ουσιαστικά η σημερινή οικονομική πολιτική του Μερτς έχει εντάξει αρκετές προτάσεις του πρώην Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης των Πρασίνων Ρόμπερτ Χάμπεκ και κινείται σε διαφορετικό πλαίσιο από εκείνο που υποστήριζε ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Παρόλο που η στροφή αυτή του Μερτς ήταν σωστή, ανέδειξε ταυτόχρονα την άστοχη αντιπολιτευτική τακτική που είχε ακολουθήσει και του κόστισε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο πριν καν διαδεχθεί επίσημα τον Σολτς.

Η γερμανική κυβέρνηση ψάχνει ακόμη βηματισμό

Ο Μερτς είχε υποσχεθεί ότι η δική του κυβέρνηση θα δούλευε αρμονικά, σε αντίθεση με την κυβέρνηση Σολτς που ήταν βυθισμένη στην εσωστρέφεια. Ωστόσο κι εδώ τα πράγματα δεν κυλούν όπως θα επιθυμούσε ο καγκελάριος. Εκλέχθηκε με επεισοδιακό τρόπο στη Βουλή, με δεύτερη ψηφοφορία, καθώς στην πρώτη απόπειρα υπήρξαν αποκλίσεις. Το καλοκαίρι αναγκάστηκε να αναβάλει τη διαδικασία ανάδειξης δικαστών για το Συνταγματικό Δικαστήριο, επειδή βουλευτές του δεν συμφωνούσαν με την πρόταση των κυβερνητικών εταίρων από το SPD. Η συνταξιοδοτική-ασφαλιστική μεταρρύθμιση πήγε να πέσει στα βράχια λόγω ενστάσεων 18 νεότερων βουλευτών της Ένωσης και σώθηκε την τελευταία στιγμή. Η επαναφορά της υποχρεωτικής θητείας άργησε πολύ να εγκριθεί στη Βουλή λόγω ενδοκυβερνητικών τριβών. Μέσα σε όλο αυτόν το κλίμα, ο Μερτς εμφανίζεται συχνά αδύναμος στον χειρισμό της κατάστασης, ενώ η ηγετική ομάδα που τον πλαισιώνει είναι επίσης, σε μεγάλο βαθμό, άπειρη — με εξαίρεση ίσως τους διπλωματικούς του συμβούλους.

Οι χειρισμοί του Μερτς στην Ευρώπη

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Μερτς εμφανίζεται πιο επικοινωνιακός από ό,τι ο προκάτοχός του. Είναι γνώστης της γεωπολιτικής πραγματικότητας και αντιλαμβάνεται τις εύθραυστες ισορροπίες που δημιουργούνται λόγω του ουκρανικού και της επιθετικής στάσης της Ρωσίας. Παρόλα αυτά η στάση του προκαλεί ερωτηματικά.

Χαρακτηριστικότερη περίπτωση αποτελεί η επιμονή του να χρησιμοποιηθούν τα παγωμένα ρωσικά assets για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Η κίνηση αυτή θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως «κλοπή», ακόμη και από δικαστήρια. Εν τέλει, προκρίθηκε η λύση του κοινού δανεισμού, προς δυσαρέσκεια του Μερτς, την οποία όμως αποδέχθηκε.

Επιπλέον, η αναβολή της επικύρωσης της συμφωνίας του Mercosur θεωρείται ακόμη μία γερμανική αποτυχία. Παρά τη δημόσια διαβεβαίωση του Μερτς ότι σύσσωμα τα 27 κράτη-μέλη την είχαν αποδεχθεί, οι γαλλικές και ιταλικές επιφυλάξεις οδήγησαν στην προσωρινή αναβολή της εμπορικής συμφωνίας με κράτη της Λατινικής Αμερικής, η οποία βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση εδώ και… 25 χρόνια.

«Ο ισχυρότερος στρατός στην Ευρώπη»

Με επιφυλακτικότητα γίνεται δεκτή —τουλάχιστον στην Ελλάδα— και η ανακοίνωσή του ότι η Γερμανία θα δημιουργήσει το ισχυρότερο ευρωπαϊκό στράτευμα. Προφανώς αναγνωρίζεται η ανάγκη αναβάθμισης της αποτρεπτικής ικανότητας λόγω της ρωσικής επιθετικότητας, ωστόσο ο Μερτς δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται πόσο ριζωμένα παραμένουν στην ευρωπαϊκή συνείδηση τα ναζιστικά εγκλήματα. Ο Σολτς —παρά το γεγονός ότι απέτυχε να λειτουργήσει ενωτικά στην ΕΕ— το αντιλαμβανόταν. Ο μακαρίτης πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ είχε επίσης δηλώσει σε παλαιότερή του συνέντευξη ότι το ναζιστικό παρελθόν θα αποτελεί πάντα ένα βάρος για τη Γερμανία, αποκλείοντας ουσιαστικά την ανάδειξή της ως ηγετική δύναμη στην Ευρώπη. Και με δεδομένη τη δημοσκοπική άνοδο της επιβεβαιωμένα εξτρεμιστικής AfD —που σε ορισμένες έρευνες βρίσκεται ακόμη και στην πρώτη θέση— η επιφυλακτικότητα αυτή έχει τη λογική της.

Η AfD επελαύνει

Επιπλέον, το 2026 θα είναι μια κρίσιμη χρονιά για την πορεία της κυβέρνησης Μερτς, καθώς διεξάγονται πέντε κρατιδιακές εκλογές, δύο μάλιστα στην Ανατολική Γερμανία, όπου η AfD ενδέχεται να φτάσει ακόμη και το 40%. Καθώς ο Μερτς βρίσκεται υπό έντονη εσωτερική πίεση, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μπορέσει να αναλάβει ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που να υπερβαίνουν τις εθνοκεντρικές λογικές.

Ο Μερτς αυτοπροσδιορίζεται ως ευρωπαϊστής. Και πράγματι, έχει επενδύσει πολλά στο ζήτημα της ασφάλειας. Ωστόσο, από τη μέχρι στιγμής πορεία του —και κυρίως από την επιφυλακτικότητά του απέναντι στην έκδοση ευρωομολόγου— επιβεβαιώνει την προ δεκαετίας δήλωση του Γκίζι, ότι το Βερολίνο επιδιώκει μία «γερμανική Ευρώπη». Η διαφορά είναι πως, σε αντίθεση με τη Μέρκελ, ο Μερτς δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει την εσωτερική κάλυψη που χρειάζεται, και αυτό έχει να κάνει και με λανθασμένους χειρισμούς του.

Χρήζει ωστόσο επισήμανσης ότι η Γερμανία δεν είναι η μόνη χώρα που λειτουργεί εθνοκεντρικά. Όλα τα κράτη δυσκολεύονται να κάνουν υποχωρήσεις —είτε σε επίπεδο πολιτικής είτε σε επίπεδο αρμοδιοτήτων— υπέρ των Βρυξελλών.

Καμία ευρωπαϊκή πρωτοβουλία χωρίς εσωτερική κάλυψη

Επομένως, προϋπόθεση για να μπορέσει να λειτουργήσει ηγετικά στις Βρυξέλλες παραμένει η εσωτερική του νομιμοποίηση. Κι αυτή θα αμφισβητηθεί πιθανότατα σύντομα. Θα κληθεί, λοιπόν, να βρει ένα νέο αφήγημα ώστε να περιορίσει τη δυναμική του ακροδεξιού, με έντονες ναζιστικές τάσεις, μορφώματος, καθώς η υιοθέτηση μέρους της ρητορικής του φαίνεται περισσότερο να το ενισχύει παρά να το αποδυναμώνει. Για την ώρα πάντως, οι προσδοκίες ότι η αντικατάσταση του «κλειστού» Όλαφ Σολτς από τον επικοινωνιακό Φρίντριχ Μερτς θα απεγκλώβιζε την ΕΕ από την συνεχή ακινησία της έχουν διαψευστεί.