Στο επίκεντρο της μαραθώνιας συνεδρίασης των 15 ωρών βρέθηκε το ζήτημα της χρήσης –ή μη– των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για τη στήριξη της Ουκρανίας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξέτασαν σοβαρά το ενδεχόμενο αξιοποίησης αυτών των κεφαλαίων, με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς να ασκεί έντονες πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση, απορρίπτοντας τη λύση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού.
Ωστόσο, υπήρξαν ισχυρές ενστάσεις από το Βέλγιο. Το αποθετήριο της Euroclear, που εδρεύει στη χώρα, διαχειρίζεται παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 193 δισ. ευρώ. Τη βελγική θέση συμμερίζονταν επίσης η Ιταλία, η Βουλγαρία και η Μάλτα.
Η ελληνική θέση
Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, είχε ταχθεί υπέρ της γερμανικής γραμμής. Ορισμένοι σχολιαστές συνδέουν τη στάση αυτή με τη γερμανική στήριξη στην ανάδειξη του Κυριάκου Πιερρακάκη στην προεδρία του Eurogroup. Υπενθυμίζεται ότι βασικός αντίπαλος του «τσάρου» της ελληνικής οικονομίας ήταν ο Βέλγος ομόλογός του. Η στάση του Βελγίου στο ζήτημα των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων –και ο φόβος ότι θα επωμιζόταν το βάρος μιας ενδεχόμενης ρωσικής δικαίωσης– φαίνεται πως αποδυνάμωσε καθοριστικά την υποψηφιότητά του.
Η γερμανική μεταβολή και τα ρίσκα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταβολή της γερμανικής στάσης. Ο προκάτοχος του Μερτς, Όλαφ Σολτς, απέρριπτε σταθερά τη χρήση των παγωμένων ρωσικών κεφαλαίων. Και αυτό όχι χωρίς λόγο: νομικοί κύκλοι στις Βρυξέλλες επισημαίνουν εδώ και καιρό ότι μια τέτοια κίνηση θα είχε σοβαρές νομικές συνέπειες. Η χρήση των κεφαλαίων θα μπορούσε να εκληφθεί ως «απαλλοτρίωση» ή ακόμη και «κλοπή», όχι μόνο από το Κρεμλίνο –το οποίο έχει ήδη διατυπώσει τη θέση του– αλλά και από διεθνή δικαστήρια. Παράλληλα, υπήρχε ο κίνδυνος η Ευρωζώνη να πλήξει την αξιοπιστία της στις διεθνείς αγορές. Ενδεικτικά, ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Fitch είχε θέσει την Euroclear υπό επιτήρηση για ενδεχόμενη υποβάθμιση. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής θα μπορούσαν να αποδειχθούν ανεπανόρθωτες.
Για τους λόγους αυτούς επιλέχθηκε τελικά η λύση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού, την οποία προώθησαν έντονα η Γαλλία και η Ιταλία ως εναλλακτική διέξοδο. Μέσω αυτής διασφαλίζονται περίπου 90 δισ. ευρώ για την Ουκρανία για την επόμενη διετία, τα οποία θα χορηγηθούν άτοκα σε δύο δόσεις.
Η αποφυγή της ουκρανικής χρεοκοπίας και οι εξαιρέσεις
Η απόφαση αυτή θα επιβαρύνει τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και, κατ’ επέκταση, τα κράτη-μέλη, καθώς ακόμη και σε περίπτωση επίτευξης ειρηνευτικής συμφωνίας –κάτι που προς το παρόν δεν φαντάζει ιδιαίτερα πιθανό– το Κίεβο δύσκολα θα μπορέσει να αποπληρώσει το δάνειο. Παρ’ όλα αυτά, αποφεύγεται προς το παρόν η χρεοκοπία της Ουκρανίας, της οποίας τα διαθέσιμα επαρκούσαν για την κάλυψη των υποχρεώσεών της μόνο έως τον ερχόμενο Απρίλιο. Ταυτόχρονα, ενισχύεται –έστω και προσωρινά– η αμυντική προσπάθεια του Κιέβου, η οποία θεωρείται κρίσιμη και για την ευρύτερη ευρωπαϊκή ασφάλεια. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει κάθε λόγο να δηλώνει ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα της Συνόδου.
Ωστόσο, η απόφαση δεν ελήφθη με πλήρη ομοφωνία. Η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Τσεχία διατηρούν αρνητική στάση απέναντι στη συνολική πολιτική των Βρυξελλών έναντι της Μόσχας και, κατόπιν επιμονής τους, εξαιρέθηκαν από δεσμεύσεις που αφορούν το ουκρανικό δάνειο.
Ανοίγει το έδαφος για μόνιμο κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό;
Το επόμενο διάστημα θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να φανεί αν ο κοινός ευρωπαϊκός δανεισμός –μέσω έκδοσης ευρωομολόγου και με αιχμή την άμυνα– μπορεί να βρει πρόσφορο έδαφος, ειδικά μετά τη γερμανική υπαναχώρηση από την έως τώρα σκληρή της γραμμή.





