Όταν οι εποχές αλλάζουν
Ιστορικά η Γερμανία φημίζεται για την επιμονή της στη δημοσιονομική πειθαρχία και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, όντας καχύποπτη απέναντι στο υψηλό δημόσιο χρέος. Δεν δίστασε να επιβάλει αυτού του είδους τη λογική όταν συναίνεσε στην υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος τη δεκαετία του 1990, ενώ εξήγαγε πιο επιθετικά το μοντέλο αυτό κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, όταν το δημόσιο χρέος χωρών του Νότου είχε εκτιναχθεί στα ύψη.
Η συνταγματική κατοχύρωση του περίφημου «φρένου» χρέους είχε προηγηθεί, το 2009, στον απόηχο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε με την πτώχευση των Lehman Brothers ένα χρόνο νωρίτερα. Στόχος ήταν ο περιορισμός της ανάληψης πρόσθετου δανεισμού από την εκάστοτε κεντρική κυβέρνηση. Ωστόσο, το Βερολίνο αναγκάστηκε να χαλαρώσει τους όρους αυτής της σφιχτής οικονομικής προσέγγισης 16 χρόνια αργότερα, καθώς η γερμανική οικονομία είχε φτάσει στα όριά της: καλούνταν να αναβαθμίσει την άμυνά της, να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της πανδημίας και την ενεργειακή κρίση και να στηρίξει την ουκρανική άμυνα. Έτσι, χαλάρωσε το δημοσιονομικό πλαίσιο και εισήγαγε ένα ειδικό ταμείο 500 δισ. ευρώ για πρόσθετες επενδύσεις σε βάθος δωδεκαετίας.
Με την απόφαση αυτή, η οποία ψηφίστηκε με πλειοψηφία 2/3 από Χριστιανοδημοκράτες, Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους, άνοιξε ο δρόμος για δημόσιες επενδύσεις στους τομείς της άμυνας, της πράσινης μετάβασης και του εκσυγχρονισμού των υποδομών. Από τα 500 δισ., 100 δισ. προορίζονται για τα κρατίδια, των οποίων το πλαίσιο δανεισμού ήταν ακόμη πιο αυστηρό, ενώ οι Πράσινοι έθεσαν ως προϋπόθεση για τη στήριξή τους ότι 100 δισ. θα κατευθυνθούν σε επενδύσεις για την ενεργειακή μετάβαση.
Τα «καμπανάκια» του ifo και του IW
Ωστόσο έναν χρόνο μετά το ιστορικό ψήφισμα στην ομοσπονδιακή Βουλή δύο σημαντικά οικονομικά ινστιτούτα, το ifo και το IW βάζουν φωτιά στο διαχειριστικό σκέλος των κονδυλίων. Σε δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους έρευνες, αμφότεροι οι φορείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων από τα 500 δισ. δεν κατέληξε σε πρόσθετες επενδύσεις, αλλά χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη άλλων υποχρεώσεων.
Σημειώνουμε ότι λέξη-κλειδί στη μεταρρύθμιση αυτή ήταν ο όρος «πρόσθετες». Ουσιαστικά, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεσμεύεται να ανοίξει νέες επενδύσεις και όχι να χρηματοδοτήσει ήδη υφιστάμενες υποχρεώσεις. Πιο χαλαρό πλαίσιο έχουν τα κρατίδια, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα κονδύλια του ειδικού ταμείου και για τρέχοντα πρότζεκτ, όπως ανακαινίσεις σχολείων και κατασκευή νέων δρόμων — κάτι που αναδεικνύει το μέγεθος των αναγκών εκσυγχρονισμού των δημόσιων υποδομών.
Συγκεκριμένα, το IW εκτιμά ότι το 86% των πρόσθετων κονδυλίων κατέληξε σε άλλους σκοπούς, ενώ το ifo προχωρά ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι το 95% του ειδικού ταμείου δεν διοχετεύτηκε σε νέες επενδύσεις. Τα στοιχεία μπορεί να μην είναι ταυτόσημα, ωστόσο το συμπέρασμα είναι σε μεγάλο βαθμό κοινό. Ιδιαίτερα αυστηρή ήταν η κριτική του επικεφαλής του ifo, Κλέμενς Φούεστ. Υποστήριξε ότι από νέα δάνεια ύψους 23–24 δισ. ευρώ, μόλις 1,3 δισ. κατέληξαν σε επενδύσεις το 2025, ενώ τα υπόλοιπα κονδύλια χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη άλλων δημοσιονομικών κενών. Οξεία ήταν και η τοποθέτηση του ερευνητή του IW, Τομπίας Χέντσε, ο οποίος υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχασε την ευκαιρία να απελευθερώσει νέες επενδύσεις, περιοριζόμενη σε άσκοπη μετακίνηση κονδυλίων.
Οι Πράσινοι καταλογίζουν στην κυβέρνηση κακοδιαχείριση, οι Αριστεροί αδιαφάνεια
Τα ευρήματα αυτά προκάλεσαν την αντίδραση της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, με τους Πράσινους να κατηγορούν τη συγκυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών για αναποτελεσματική διαχείριση του νέου δημοσιονομικού περιθωρίου και να επισημαίνουν ότι οι πράσινες επενδύσεις εμφανίζονται μειωμένες, παρά την αυξημένη ευελιξία.
Η Αριστερά υπογράμμισε ότι τα 500 δισ., ως ειδικό ταμείο, λειτουργούν ως «σκιώδης» προϋπολογισμός, συμβάλλοντας σε μεγαλύτερη αδιαφάνεια ως προς το πού κατευθύνονται τα κονδύλια και δυσχεραίνοντας τον έλεγχό τους. Ως έναν βαθμό, η κριτική αυτή είναι βάσιμη. Λόγω της αυξημένης ανάγκης για ενίσχυση της άμυνας, πολλά χρήματα διατίθενται γρήγορα, χωρίς εντατικούς ελέγχους. Στον νόμο χαλάρωσης του «φρένου» υπάρχει πρόβλεψη για έλεγχο σε τέσσερα χρόνια ως προς τη διάθεση των κονδυλίων — μέχρι τότε, όμως, ενδέχεται να έχει αλλάξει η κυβέρνηση.
Η «άμυνα» Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Μερτς αμύνεται των κατηγοριών. Από το CDU/CSU υποστηρίζεται ότι κληρονομήθηκαν δημοσιονομικά κενά της προηγούμενης κυβέρνησης, τα οποία έπρεπε να καλυφθούν. Το SPD, που ηγείται του Υπουργείου Οικονομικών, απορρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι τηρούνται κατά γράμμα οι προβλέψεις της νομοθεσίας.
Οι Σοσιαλδημοκράτες παραπέμπουν επίσης στο γεγονός ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025 δεν είχε επικυρωθεί ο προϋπολογισμός του έτους, ενώ το ειδικό ταμείο ενεργοποιήθηκε στην πράξη τον Οκτώβριο. Για αυτόν τον λόγο, πολλά από τα κονδύλια για επενδύσεις δεν ήταν δυνατό να απορροφηθούν. Αμφότερα τα κόμματα αμφισβήτησαν ακόμη και τη μεθοδολογία των παραπάνω ινστιτούτων. Η σύσταση του Υπουργού Οικονομικών, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ: «Υπομονή».
Τα επόμενα βήματα
Οι Πράσινοι απειλούν με προσφυγή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για κακοδιαχείριση των κονδυλίων, ενώ η Αριστερά επιμένει στη συμπερίληψη των πρόσθετων κεφαλαίων στον τακτικό προϋπολογισμό, ώστε να ελέγχονται αποτελεσματικότερα, κάτι που θα απαιτούσε περαιτέρω ρυθμίσεις.
Στη Χριστιανική Ένωση του Μερτς, που ήταν εξαρχής σκεπτική απέναντι στη δημοσιονομική χαλάρωση και τη δέχτηκε με δυσκολία, αναμένεται να αυξηθούν οι πιέσεις για τήρηση των περσινών εξαγγελιών, ώστε να μη δημιουργηθεί η εντύπωση πελατειακών συνδιαλλαγών.
Στο παρασκήνιο υπήρχαν συζητήσεις ανάμεσα στους πολιτικούς φορείς για πιθανή νέα χαλάρωση του «φρένου», αν το απαιτήσουν οι ανάγκες. Ωστόσο, αυτό θα είναι δύσκολα εφικτό, αν δεν εξασφαλιστεί η ομαλή εφαρμογή του τρέχοντος προγράμματος. Επιπλέον, υπάρχει και ένα πρακτικό εμπόδιο: τα κόμματα του μεσαίου χώρου (Χριστιανική Ένωση, SPD και Πράσινοι) δεν διαθέτουν πλειοψηφία 2/3 και θα πρέπει να αναζητήσουν συνεννόηση είτε με την Αριστερά είτε με την ακροδεξιά AfD.
Σε κάθε περίπτωση, οι χειρισμοί της γερμανικής κυβέρνησης επιβεβαιώνουν ότι δεν αρκεί μόνο η διασφάλιση νέων κεφαλαίων ώστε να τονωθεί η οικονομία. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητη η προσεκτική παρακολούθηση της διάθεσης και της ροής των κονδυλίων. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να ανοίξουν νέες τρύπες, τις οποίες θα τρέχουν να καλύψουν οι επόμενες γενιές, τροφοδοτώντας την ήδη υπαρκτή κρίση εμπιστοσύνης έναντι της πολιτικής.





