Στο ίδιο πλαίσιο, επισήμανε ότι οι ΗΠΑ φαίνεται να στερούνται σαφούς στρατηγικής και εξέφρασε αμφιβολίες για το πώς μπορούν να απεμπλακούν από την κρίση στη Μέση Ανατολή. Όπως δήλωσε, οι Ιρανοί αποδεικνύονται ισχυρότεροι από ό,τι αναμενόταν, ενώ η αμερικανική πλευρά δεν παρουσιάζει μια πειστική διαπραγματευτική γραμμή.
Μιλώντας κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Μάρσμπεργκ, ο καγκελάριος τόνισε ότι σε τέτοιου είδους συγκρούσεις το κρίσιμο δεν είναι μόνο η εμπλοκή, αλλά και η δυνατότητα εξόδου. Υπενθύμισε, μάλιστα, τα παραδείγματα του Αφγανιστάν και του Ιράκ, όπου -όπως είπε- η απεμπλοκή αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη και δαπανηρή.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η ιρανική ηγεσία, και ειδικότερα οι λεγόμενοι Φρουροί της Επανάστασης, φέρνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε δύσκολη θέση, δημιουργώντας την εικόνα μιας ευρύτερης πολιτικής και διπλωματικής πίεσης.
Αναφερόμενος στις επιπτώσεις της κρίσης, ο καγκελάριος τόνισε ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στη γερμανική οικονομία. Όπως είπε, η σύγκρουση επιβαρύνει άμεσα την οικονομική δραστηριότητα της χώρας και συνεπάγεται αυξημένο κόστος.
Τέλος, δήλωσε ότι η Γερμανία παραμένει διατεθειμένη να συνδράμει στην αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, μέσω της αποστολής ναρκαλιευτικών πλοίων. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι βασική προϋπόθεση για μια τέτοια κίνηση είναι η παύση των εχθροπραξιών.






