Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υπογράμμισε σήμερα (Πέμπτη, 14/5) ότι η Ευρώπη πρέπει να ανασυνταχθεί και να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα όπου οι ΗΠΑ έχουν γίνει «πιο αντιφατικές και απρόβλεπτες» και «μπορεί να μην εγγυώνται πλέον την ασφάλειά μας», επαναλαμβάνοντας την ανάγκη ενίσχυσης της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ.
Όπως σημείωσε, οι πιέσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία εντείνονται λόγω της χαμηλής ανάπτυξης και του αυξανόμενου χάσματος παραγωγικότητας με τις ΗΠΑ, τάσεις που έχουν επιδεινωθεί μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία και τη στροφή της Ουάσιγκτον σε πιο συγκρουσιακές θέσεις σε εμπόριο και ασφάλεια.
Αναφερόμενος στο σχέδιο που είχε παρουσιάσει το 2024 για την οικονομική ανασυγκρότηση της ΕΕ, τόνισε ότι το κόστος εφαρμογής των προτάσεων έχει πλέον αυξηθεί στα 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ.
«Κάθε στρατηγική εξάρτηση πρέπει τώρα να επανεξεταστεί», είπε στο ακροατήριο, στο οποίο συμμετείχαν ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, η Κριστίν Λαγκάρντ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προειδοποιώντας ότι «αν το άνοιγμα παραμείνει η μόνη μας απάντηση, τότε γίνεται η απουσία απόφασης».
Παράλληλα, στάθηκε στην ανάγκη άμεσης ενίσχυσης των επενδύσεων σε τεχνητή νοημοσύνη, άμυνα και ενεργειακές υποδομές, τονίζοντας ότι αποτελούν κρίσιμους πυλώνες για την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια της Ευρώπης.
Τέλος, άσκησε κριτική στους αργούς ρυθμούς λήψης αποφάσεων στην ΕΕ, σημειώνοντας ότι συχνά «αραιώνει και καθυστερεί» η εφαρμογή πολιτικών μέχρι αυτές να χάσουν την αποτελεσματικότητά τους, επισημαίνοντας πως «η αδύναμη εφαρμογή διαβρώνει τη νομιμότητα και η αδύναμη νομιμότητα καθιστά την εφαρμογή ακόμη πιο δύσκολη. Πρέπει να σπάσουμε αυτόν τον κύκλο».