Σε ανακοίνωσή της την Παρασκευή (12/6), η ομοσπονδιακή αντιμονοπωλιακή αρχή γνωστοποίησε ότι δεν προτίθεται να ζητήσει τροποποιήσεις ή πρόσθετους όρους για την ολοκλήρωση της συναλλαγής, η οποία βρισκόταν υπό ενδελεχή έλεγχο τους τελευταίους οκτώ μήνες.
Παράλληλα, ομάδα γενικών εισαγγελέων πολιτειών των ΗΠΑ, με πρωτοβουλία της Καλιφόρνιας, συνεχίζει τη δική της έρευνα σχετικά με τη συγχώνευση. Η συμφωνία προβλέπει τη συνένωση δύο εκ των πέντε μεγαλύτερων κινηματογραφικών στούντιο του Χόλιγουντ και, σύμφωνα με προηγούμενες πληροφορίες, οι πολιτείες εξετάζουν το ενδεχόμενο δικαστικής προσφυγής για την αναστολή της.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης υποστήριξε ότι οι έρευνες που πραγματοποιήθηκαν κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ο κλάδος της ψυχαγωγίας χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό και συνεχείς μεταβολές, γεγονός που καθιστά απίθανο η συγκεκριμένη συναλλαγή να προκαλέσει βλάβη στην αγορά ή στους Αμερικανούς καταναλωτές.
Η θετική στάση της αμερικανικής κυβέρνησης θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη, καθώς η αντιμονοπωλιακή πολιτική της διοίκησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει μέχρι στιγμής κινηθεί προς την κατεύθυνση των συμβιβασμών ή των εγκρίσεων χωρίς αυστηρούς περιορισμούς, αντί της πλήρους παρεμπόδισης εταιρικών συμφωνιών.
Σύμφωνα με πηγές, ο επικεφαλής της Paramount, Ντέιβιντ Έλισον, είχε τον προηγούμενο μήνα συνάντηση με ανώτατα στελέχη της αντιμονοπωλιακής υπηρεσίας, μεταξύ των οποίων και ο υπηρεσιακός επικεφαλής του τμήματος Ανταγωνισμού, Ομέιντ Ασέφι, προκειμένου να παρουσιάσει τα επιχειρήματα υπέρ της συμφωνίας.
Κατά τη διάρκεια των επαφών, στελέχη και νομικοί εκπρόσωποι της εταιρείας τόνισαν ότι η συγχώνευση θα ενισχύσει τη θέση του Χόλιγουντ απέναντι στις ισχυρές ψηφιακές πλατφόρμες streaming, όπως το Netflix, το Amazon Prime Video και το YouTube, επιτρέποντας στη νέα εταιρική οντότητα να ανταγωνιστεί αποτελεσματικότερα τους τεχνολογικούς κολοσσούς.
Η συνένωση των δύο ομίλων θα δημιουργήσει έναν από τους μεγαλύτερους παίκτες στον χώρο της ψυχαγωγίας, καθώς θα φέρει κάτω από την ίδια ομπρέλα δύο ιστορικά κινηματογραφικά στούντιο, δύο μεγάλα ενημερωτικά δίκτυα — το CNN και το CBS —, δύο ανταγωνιστικές πλατφόρμες streaming, το HBO και το Paramount+, καθώς και δεκάδες καλωδιακά τηλεοπτικά κανάλια. Η Paramount επικράτησε της Netflix έπειτα από μια μακρά και ανταγωνιστική διαδικασία προσφορών.
Η εταιρεία χαιρέτισε την απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι η συγχώνευση ενισχύει τον ανταγωνισμό και δημιουργεί έναν ισχυρότερο οργανισμό που θα μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που θέτουν οι μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες.
Ωστόσο, η εξαγορά εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις. Δημοκρατικοί πολιτικοί, αλλά και επαγγελματίες του κινηματογραφικού και τηλεοπτικού χώρου, εκφράζουν ανησυχίες ότι η συγκέντρωση τόσο μεγάλου μέρους της βιομηχανίας σε έναν όμιλο μπορεί να οδηγήσει σε περικοπές θέσεων εργασίας, αύξηση του κόστους παραγωγής και περιορισμό των επιλογών που θα έχουν στη διάθεσή τους οι θεατές.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης απέρριψε πάντως τις αιτιάσεις ότι η συμφωνία θα μειώσει τις ευκαιρίες απασχόλησης για δημιουργούς και εργαζομένους του κλάδου, επισημαίνοντας ότι η ζήτηση για ανθρώπινο δυναμικό εξαρτάται κυρίως από τη διάθεση των εταιρειών να επεκτείνουν και να ενισχύσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα.



