«Η οικονομία βρίσκεται σήμερα ανάμεσα σε αντικρουόμενες πιέσεις. Από τη μία πλευρά, η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας επιβραδύνει την ανάπτυξη, ενώ από την άλλη η ιδιαίτερα επεκτατική δημοσιονομική πολιτική λειτουργεί υποστηρικτικά», δήλωσε ο επικεφαλής προβλέψεων του Ifo, Τίμο Βόλμερσχαουζερ.
Σύμφωνα με το γερμανικό ινστιτούτο, το ενεργειακό σοκ αναμένεται να αφαιρέσει 0,4 ποσοστιαίες μονάδες από τον ρυθμό ανάπτυξης τόσο φέτος όσο και το επόμενο έτος. Αντίθετα, οι αυξημένες δαπάνες για υποδομές, πράσινη μετάβαση και άμυνα εκτιμάται ότι θα προσθέσουν 0,5 ποσοστιαίες μονάδες στην οικονομική μεγέθυνση κάθε χρόνο.
Οι οικονομολόγοι του Ifo εκτιμούν ότι η ανάκαμψη που ξεκίνησε το 2025 θα παρουσιάσει προσωρινή επιβράδυνση κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Ωστόσο, δεν αναμένουν ύφεση. «Η γερμανική οικονομία θα παραμείνει στάσιμη για ένα διάστημα, χωρίς όμως να εισέλθει σε ύφεση. Από το τρίτο τρίμηνο του 2026 η ανάκαμψη αναμένεται να επανεκκινήσει και να ενισχυθεί προς το τέλος του έτους, υπό την προϋπόθεση ότι η ένταση στη Μέση Ανατολή θα αποκλιμακωθεί», σημείωσε ο Βόλμερσχαουζερ.
Το Ifo προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η τρέχουσα ανάπτυξη έχει υψηλό δημοσιονομικό κόστος. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να αυξηθεί από 2,8% του ΑΕΠ το 2025 σε 4,1% το 2026 και σε 4,9% το 2027, ενώ το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει το 68% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2027.
Παράλληλα, το κόστος από την άνοδο των τιμών της ενέργειας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ινστιτούτου, η Γερμανία θα χάσει περίπου 34 δισ. ευρώ αγοραστικής δύναμης μέσα στη διετία 2026-2027 λόγω της ακριβότερης εισαγόμενης ενέργειας. Ο πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,9% το 2026 και να υποχωρήσει οριακά στο 2,7% το 2027.
Οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης παραμένουν υποτονικές. Το Ifo εκτιμά ότι η δημογραφική γήρανση και η χαμηλή παραγωγικότητα θα περιορίσουν τη δυνητική ανάπτυξη σε μόλις 0,1% έως το τέλος της δεκαετίας.
«Τα σημερινά μέτρα προσφέρουν βραχυπρόθεσμη σταθεροποίηση, αλλά ουσιαστικά διατηρούν την υπάρχουσα οικονομική δομή. Για να ενισχυθεί διατηρήσιμα η αναπτυξιακή δυναμική απαιτούνται βαθιές μεταρρυθμίσεις που θα μετατρέψουν τη σημερινή κρατική στήριξη σε αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη», υπογράμμισε ο Βόλμερσχαουζερ.
Η πρόβλεψη βασίζεται στο σενάριο αποκλιμάκωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή και επαναλειτουργίας των θαλάσσιων μεταφορών μέσω των Στενών του Ορμούζ μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Υπό αυτές τις συνθήκες, η τιμή του πετρελαίου αναμένεται να αρχίσει να υποχωρεί από το τρίτο τρίμηνο του 2026 και να διαμορφωθεί κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι έως το τέλος του 2027.
Το Ifo επισημαίνει πάντως ότι μετά τη συμφωνία που επιτεύχθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο, οι αγορές προεξοφλούν ταχύτερη αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερο πληθωρισμό και ισχυρότερη ανάπτυξη. Αντίθετα, τυχόν αναζωπύρωση της σύγκρουσης θα διατηρούσε τις ενεργειακές τιμές σε υψηλά επίπεδα και θα επιβάρυνε περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα.





