«Το κοινωνικό κράτος διευρύνεται, ιδιαίτερα σε διαρθρωτικό επίπεδο, εξαιτίας της δημογραφικής γήρανσης. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε βάρος της νεότερης γενιάς», δήλωσε η ερευνήτρια του ifo, Λίλι Φίσερ.
Συνολικά, ο κοινωνικός προϋπολογισμός της Γερμανίας, προσαρμοσμένος ως προς τον πληθωρισμό, αυξήθηκε κατά σχεδόν 60% από το 1992. Το 2024 αντιστοιχούσε περίπου στο 31% του συνολικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), έναντι 26% το 1992.
«Περισσότερο από το 80% της αύξησης των κοινωνικών δαπανών σχετίζεται με το γήρας και την ασθένεια, δηλαδή με τη γήρανση του πληθυσμού», ανέφερε η ερευνήτρια του ifo, Εμιλί Χέσλινγκερ.
Στα χρόνια που χαρακτηρίστηκαν από οικονομικές κρίσεις, το μερίδιο του κοινωνικού προϋπολογισμού αυξήθηκε λόγω των οικονομικών κραδασμών, με το κοινωνικό κράτος να λειτουργεί ως αυτόματος σταθεροποιητής της οικονομίας. Μετά τις περιόδους κρίσης ακολούθησαν φάσεις σταθεροποίησης.
Τα συστήματα παροχών και πρόνοιας που χρηματοδοτούνται από τη φορολογία, όπως τα επιδόματα ανεργίας, οι οικογενειακές παροχές, το στεγαστικό επίδομα και οι ενισχύσεις για άτομα με αναπηρία, αντιπροσωπεύουν σήμερα περίπου το 20% του κοινωνικού προϋπολογισμού. Σε πραγματικούς όρους, οι συγκεκριμένες δαπάνες αυξήθηκαν κατά σχεδόν 130% κατά την εξεταζόμενη περίοδο.
Στο πλαίσιο των φορολογικά χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων πρόνοιας, οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στις δαπάνες για παιδιά και νέους, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά περισσότερο από 140%. Παρ' όλα αυτά, η συμβολή τους στη συνολική αύξηση του κοινωνικού προϋπολογισμού περιορίστηκε περίπου στο 17%.
Οι δαπάνες που συνδέονται με την ανεργία αποτέλεσαν σημαντικό τμήμα του κοινωνικού προϋπολογισμού σε όλη την περίοδο που εξετάστηκε. Ωστόσο, με την πάροδο των ετών υποχώρησαν σε σχετική σημασία, καθώς ολοένα μεγαλύτερο μέρος των πόρων κατευθύνεται σε παροχές που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού και την υγειονομική περίθαλψη.
Η μελέτη βασίζεται σε στοιχεία του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων της Γερμανίας για τον κοινωνικό προϋπολογισμό της περιόδου 1992-2024. Εκτός από τις κοινωνικές παροχές και τις μεταβιβάσεις που χρηματοδοτούνται από τη φορολογία και τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ο κοινωνικός προϋπολογισμός περιλαμβάνει επίσης παροχές από επιχειρήσεις, όπως οι επαγγελματικές συντάξεις, καθώς και ιδιωτικές παροχές, όπως οι συντάξεις Riester.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν τρεις βασικούς δείκτες: τις ονομαστικές δαπάνες, τις πραγματικές δαπάνες σε τιμές του 2020 και τον λόγο του κοινωνικού προϋπολογισμού προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), δηλαδή το ποσοστό που αντιπροσωπεύουν οι κοινωνικές δαπάνες στο σύνολο της οικονομικής παραγωγής της χώρας.



