• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΗΠΑ – Καναδάς: Η κατάρρευση των συνομιλιών αποκαλύπτει τα όρια της δασμολογικής πολιτικής του Τραμπ
09:18 - 24 Αυγ 2026

ΗΠΑ – Καναδάς: Η κατάρρευση των συνομιλιών αποκαλύπτει τα όρια της δασμολογικής πολιτικής του Τραμπ

Η κατάρρευση των εμπορικών συνομιλιών ΗΠΑ–Καναδά και η άμεση επιβολή νέων δασμών 50% στα καναδικά προϊόντα φέρνουν την εμπορική στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο τεστ, αποκαλύπτοντας τα όρια της πολιτικής των πιέσεων και αυξάνοντας τον κίνδυνο ενός νέου κύκλου εμπορικών αντιποίνων.  

Ο Τραμπ επιχείρησε τις τελευταίες ημέρες να πιέσει την Οτάβα να αποδεχθεί μια σειρά εμπορικών παραχωρήσεων, αξιοποιώντας μια νομική εξουσία που δεν είχε προηγουμένως δοκιμαστεί. Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, ωστόσο, αποχώρησε από τις διαπραγματεύσεις, αρνούμενος να αποδεχθεί τον ολοένα αυξανόμενο κατάλογο αμερικανικών απαιτήσεων.

Ως αποτέλεσμα, από το Σάββατο τέθηκαν σε ισχύ δασμοί 50% σε σειρά καναδικών προϊόντων· από μπαστούνια χόκεϊ έως το ουίσκι Crown Royal.

Η εξέλιξη ήρθε την ώρα που ο Τραμπ υποχωρούσε σε ένα άλλο μέτωπο της εμπορικής του πολιτικής. Την Παρασκευή, αφού επί περισσότερο από έναν χρόνο υποστήριζε ότι οι δασμοί δεν επιβαρύνουν τις τιμές για τους καταναλωτές, ήρε τους δασμούς στις εισαγωγές βοδινού κρέατος, υποστηρίζοντας ότι η κίνηση θα συμβάλει στη μείωση των τιμών στα τρόφιμα.

Οι δύο εξελίξεις, σε συνδυασμό με τις δικαστικές προσφυγές κατά των δασμών, αυξάνουν την αβεβαιότητα γύρω από την οικονομική πολιτική του προέδρου.

«Είναι ένα μεγάλο πλήγμα για την εμπορική πολιτική του Τραμπ. Βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής, όπου άλλες χώρες ενδέχεται να παρακολουθούν πολύ στενά την εξέλιξη, καθώς και αυτές απογοητεύονται ολοένα περισσότερο από τις απαιτήσεις που θέτουν οι ΗΠΑ σε αυτές τις σε μεγάλο βαθμό μονομερείς εμπορικές συμφωνίες», δήλωσε η Wendy Cutler, πρώην Αμερικανίδα διαπραγματεύτρια εμπορικών συμφωνιών και νυν ανώτερη αντιπρόεδρος του Asia Society Policy Institute.

Μέσα στον τελευταίο χρόνο, οι ΗΠΑ έχουν διαπραγματευτεί 10 «αμοιβαίες εμπορικές συμφωνίες» με χώρες όπως η Μαλαισία, η Καμπότζη και η Αργεντινή, ενώ έχουν συνάψει εμπορικά πλαίσια με την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιαπωνία. Η Cutler εκτιμά ότι ορισμένοι από αυτούς τους εταίρους μπορεί πλέον να ζητήσουν αλλαγές στις συμφωνίες τους, βλέποντας τις παραχωρήσεις που προσφέρθηκαν στον Καναδά.

Η ρήξη στις διαπραγματεύσεις

Οι συνομιλίες ΗΠΑ–Καναδά είχαν στόχο να αποτρέψουν τους νέους δασμούς 50%, τους οποίους ο Τραμπ είχε προαναγγείλει τον Ιούλιο, εάν ο Κάρνεϊ δεν απέσυρε τα καναδικά αντίμετρα στους προηγούμενους αμερικανικούς δασμούς.

Την Τρίτη, ο Τραμπ είχε ανακοινώσει μέσω Truth Social ότι οι δύο πλευρές είχαν καταλήξει σε «ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ» (με κεφαλαία) και χρειάζονταν τρεις ημέρες για την ολοκλήρωση των εγγράφων. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν, αναδεικνύοντας παράλληλα τις εσωτερικές διαφωνίες στην αμερικανική κυβέρνηση.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει μέσω των δασμών να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή, θεωρώντας ότι η αμερικανική εμπορική πολιτική των προηγούμενων δεκαετιών αποδυνάμωσε τις βιομηχανικές κοινότητες. Η στρατηγική βασίζεται στην οικονομική ισχύ των 32 τρισ. δολαρίων των ΗΠΑ, με στόχο να υποχρεωθούν οι εμπορικοί εταίροι να ανοίξουν τις αγορές τους και να πραγματοποιήσουν επενδύσεις στις ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή, όμως, η σκληρή στάση της Κίνας απέναντι στους αμερικανικούς δασμούς πέρυσι είχε αποτέλεσμα. Μετά την προσωρινή διακοπή προμήθειας κρίσιμων σπάνιων γαιών από το Πεκίνο, ο Τραμπ μείωσε τους τριψήφιους δασμούς στις κινεζικές εισαγωγές και κατέληξε σε εμπορική εκεχειρία με τον Σι Τζινπίνγκ. Ο Κινέζος πρόεδρος αναμένεται στην Ουάσιγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου για νέες συνομιλίες.

Οι απαιτήσεις της Ουάσιγκτον και η απάντηση του Καναδά

Στα τελευταία στάδια των συνομιλιών, οι ΗΠΑ ζήτησαν να εξαιρεθούν από τις μειώσεις δασμών βαρέα φορτηγά που κατασκευάζονται στο Οντάριο, όπως τα Ford F-350 και F-450 και το GM Silverado. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Κάρνεϊ, ζητήθηκε να περιοριστεί το δικαίωμα του Καναδά να συνάπτει εμπορικές συμφωνίες με άλλες χώρες.

Η αμερικανική κυβέρνηση αμφισβήτησε στη συνέχεια αυτή την εκδοχή. Αξιωματούχος της USTR δήλωσε ότι «δεν υπήρχε καμία διατύπωση που θα εμπόδιζε τον Καναδά να συνάπτει εμπορικές συμφωνίες με άλλες χώρες», αλλά αναγνώρισε ότι η Ουάσινγκτον είχε εκφράσει ανησυχίες για την εισροή επιδοτούμενου ή προϊόντος ντάμπινγκ χάλυβα και αλουμινίου από τρίτες χώρες.

Σύμφωνα με την WP, το απρόβλεπτο ύφος του Τραμπ δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο την επίτευξη συμφωνίας. Η αναφορά του ότι ο Καναδάς θα μπορούσε να παραδώσει την κυριαρχία του και να γίνει η 51η πολιτεία των ΗΠΑ έχει ενισχύσει το αντιαμερικανικό κλίμα στην καναδική κοινή γνώμη.

«Μια εμπορική σχέση 160 ετών έφτασε στην “κόκκινη γραμμή” της», δήλωσε ο Flavio Volpe, πρόεδρος της Ένωσης Κατασκευαστών Εξαρτημάτων Αυτοκινήτων στο Τορόντο. «Το να απαιτείς από τον στενότερο εμπορικό σου εταίρο να ευθυγραμμίσει την εμπορική του πολιτική με τρίτες χώρες ισοδυναμεί με απαίτηση να παραδώσει τον έλεγχο της εξωτερικής του πολιτικής. Αυτό το επεισόδιο δείχνει ότι δεν λειτουργεί, ανεξάρτητα από τη δυσανάλογη ισχύ της αμερικανικής αγοράς».

Η αμερικανική οικονομία εξαρτάται από τον Καναδά

Παρά τις δηλώσεις του Τραμπ ότι οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται τα καναδικά προϊόντα, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι Αμερικανοί αγρότες προμηθεύονται από τον Καναδά σχεδόν το 80% της ποτάσας που χρησιμοποιούν για λίπασμα, ενώ πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη, το Μίσιγκαν, το Βερμόντ, η Μινεσότα και το Μέιν αξιοποιούν ηλεκτρική ενέργεια από καναδική υδροηλεκτρική παραγωγή.

Παράλληλα, διυλιστήρια στις μεσοδυτικές πολιτείες είναι προσαρμοσμένα στην επεξεργασία βαρέος καναδικού αργού, συμβάλλοντας στη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων.

Το συνολικό εμπόριο ΗΠΑ–Καναδά ξεπερνά τα 700 δισ. δολάρια ετησίως, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντικές τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης εμπορικής σύγκρουσης.

Πίεση σε επιχειρήσεις και καταναλωτές

Η αποτυχία των συνομιλιών αυξάνει άμεσα το κόστος για επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές των συνόρων. Οι μικρές αμερικανικές επιχειρήσεις αναμένεται να αντιμετωπίσουν ιδιαίτερη πίεση στη ρευστότητα, καθώς καλούνται να καταβάλουν τους δασμούς πριν εισπράξουν τα χρήματα από τους πελάτες τους.

«Αναμένω σημαντική πτώση σε πολλές από αυτές τις κατηγορίες εισαγωγών, επειδή οι εισαγωγείς απλώς δεν θα μπορούν να αντέξουν οικονομικά να τις φέρουν στη χώρα. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ορισμένα προϊόντα δεν θα βρίσκονται πλέον στα ράφια των καταστημάτων», δήλωσε ο Jason Miller, καθηγητής διαχείρισης εφοδιαστικής αλυσίδας στο Michigan State University.

Σε προϊόντα για τα οποία δεν υπάρχουν εύκολες αμερικανικές εναλλακτικές, οι επιχειρήσεις πιθανότατα θα συνεχίσουν τις εισαγωγές και θα μετακυλήσουν μέρος της επιβάρυνσης του 50% στους καταναλωτές.

Ο Κάρνεϊ ανακοίνωσε ότι ο Καναδάς θα απαντήσει στις 8 Σεπτεμβρίου με δικά του εμπορικά μέτρα, αφήνοντας ωστόσο περιθώριο για αποκλιμάκωση και επανέναρξη των συνομιλιών.

«Κάποια στιγμή τα δύο μέρη θα επιστρέψουν στο τραπέζι. Η Βόρεια Αμερική δεν μπορεί να διαλυθεί εξαιτίας μιας συμφωνίας που καταρτίστηκε μέσα σε 14 ημέρες», δήλωσε ο Dan Ujczo, δικηγόρος με ειδίκευση στο εμπόριο.

Προς το παρόν, πάντως, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο αντιμέτρων και αντιποίνων, αλλά και με πιθανή νέα δικαστική μάχη για τη νομιμότητα των δασμών 50%, οι οποίοι επιβλήθηκαν βάσει ενός εμπορικού νόμου του 1930 που δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν.

Παράλληλα, η αύξηση των τιμών που αναμένεται να προκαλέσουν οι δασμοί έρχεται σε μια κρίσιμη πολιτικά περίοδο, λιγότερο από τρεις μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Η δυσαρέσκεια των Αμερικανών για το αυξανόμενο κόστος ζωής αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα βασικά ζητήματα της εκλογικής αναμέτρησης.

Τελευταία τροποποίηση στις 24/08/2026 - 09:22