Ο ρωσικός κρατικός ενεργειακός γίγαντας Rosneft, ο οποίος παράγει πάνω από το ένα τρίτο του συνολικού πετρελαίου της χώρας, γνωστοποίησε καθαρά κέρδη ύψους 245 δισεκατομμυρίων ρουβλίων (περίπου 3 δισεκατομμύρια δολάρια) για το εξάμηνο. Η εταιρεία σημείωσε πτώση στα καθαρά της κέρδη που ξεπερνά το 68% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024, σύμφωνα με ανακοίνωση που εξέδωσε το Σάββατο.
«Το πρώτο μισό του τρέχοντος έτους επηρεάστηκε από πτωτικές τάσεις στις τιμές του πετρελαίου, κυρίως εξαιτίας της υπερβολικής προσφοράς στην αγορά», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Rosneft, Ιγκόρ Σέτσιν. «Παράλληλα, διευρύνθηκαν οι εκπτώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο εξαιτίας της σκλήρυνσης των δυτικών κυρώσεων από την ΕΕ και τις ΗΠΑ, ενώ η αισθητή ενίσχυση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ρουβλιού είχε αρνητική επίδραση στα οικονομικά αποτελέσματα όλων των εξαγωγικών επιχειρήσεων», πρόσθεσε.
Η μείωση των κερδών της Rosneft δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, καθώς παρόμοια απογοητευτικά οικονομικά αποτελέσματα ανακοίνωσαν και άλλες ρωσικές εταιρείες του κλάδου.
Νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, η Lukoil, δεύτερη σε μέγεθος πετρελαϊκή παραγωγός της χώρας, καθώς και η Gazprom Neft – θυγατρική του ομίλου Gazprom – ανέφεραν πτώση στα καθαρά τους κέρδη κατά άνω του 50% για το πρώτο εξάμηνο, σε σχέση με πέρυσι. Αντίστοιχα, η μικρότερη εταιρεία Tatneft ανακοίνωσε μείωση της τάξης του 62%.
Ένα πολυπαραγοντικό πλήγμα
Το πρακτορείο Bloomberg σημειώνει ότι δεν είναι απολύτως σαφές σε ποιον βαθμό οι κυρώσεις της Δύσης, που επιβλήθηκαν ως απάντηση στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, επηρεάζουν τα οικονομικά μεγέθη των ρωσικών εταιρειών.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του πρακτορείου, η τιμή του ρωσικού αργού Urals διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στα 58 δολάρια ανά βαρέλι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, σημειώνοντας μείωση 13% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Παράλληλα, το ρούβλι ανατιμήθηκε σχεδόν κατά 23%, φτάνοντας στις 78,4685 μονάδες ανά δολάριο μέχρι τις 30 Ιουνίου, σε σχέση με τα επίπεδα που είχε στο τέλος του 2024. Η ισχύς του νομίσματος ενισχύθηκε εν μέρει λόγω της διατήρησης των βασικών επιτοκίων της Ρωσίας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ως αποτέλεσμα, οι παραγωγοί πετρελαίου της χώρας εισπράττουν πλέον λιγότερα ρούβλια για κάθε βαρέλι που εξάγεται.
Παρόλο που η ρωσική κεντρική τράπεζα προχώρησε σε μείωση του κόστους δανεισμού κατά συνολικά 300 μονάδες βάσης στις συνεδριάσεις Ιουνίου και Ιουλίου, ο Σέτσιν θεωρεί ότι ο ρυθμός των μειώσεων αυτών είναι «ξεκάθαρα ανεπαρκής».
«Η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα προκαλεί υπερβολική ανατίμηση του ρουβλιού, γεγονός που ζημιώνει τόσο τα κρατικά έσοδα όσο και τις εξαγωγικές επιχειρήσεις», δήλωσε ο ίδιος. «Επιπλέον, επιβαρύνει το κόστος εξυπηρέτησης δανείων, υπονομεύοντας τη χρηματοοικονομική σταθερότητα των εταιρειών και περιορίζοντας τις επενδυτικές δυνατότητες.»
Αξίζει να σημειωθεί ότι η υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου, η οποία οφείλεται σε ανησυχίες για υπερπροσφορά, έχει επηρεάσει τα κέρδη των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων διεθνώς κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Σε απάντηση, ο OΠEK+ — που περιλαμβάνει μέλη του OΠEK και συνεργαζόμενες χώρες όπως η Ρωσία — προχωρά σε ταχύτερες περικοπές στην παραγωγή από ό,τι είχε αρχικά σχεδιαστεί. Παράλληλα, η δασμολογική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δημιουργεί περαιτέρω ανησυχίες για επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης.



