Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Συνομοσπονδίας Ελβετικής Ωρολογοποιίας, οι συνολικές εξαγωγές του Οκτωβρίου διαμορφώθηκαν στα 2,2 δισ. φράγκα, καταγράφοντας πτώση 4,4% σε ετήσια βάση. Η εικόνα στις ΗΠΑ ήταν ακόμη πιο δραματική, με μείωση 47%, ενώ η Κίνα αποτέλεσε εξαίρεση, παρουσιάζοντας άνοδο για δεύτερο συνεχόμενο μήνα.
Η πίεση ξεκίνησε τον Αύγουστο, όταν η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε δασμό 39% στα ελβετικά ρολόγια — υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο 15% που επιβάλλει η ΕΕ. Αν και πρόσφατα αποφασίστηκε η μείωση του δασμού στο 15%, η εφαρμογή της νέας χρέωσης δεν έχει ακόμη χρονολογηθεί, διατηρώντας τη βιομηχανία σε καθεστώς αναμονής.
Για να περιορίσουν τις απώλειες, κορυφαίοι οίκοι όπως οι Richemont, Swatch Group, LVMH, αλλά και παραδοσιακές εταιρείες υψηλής ωρολογοποιίας όπως οι Audemars Piguet, Patek Philippe και Rolex, είχαν επιλέξει να αυξήσουν τα αποθέματά τους πριν την επιβολή των δασμών. Η τακτική αυτή εξασφάλισε βραχυπρόθεσμη προστασία, αλλά οδήγησε σε πίεση στα περιθώρια κερδοφορίας.
Η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας επιβεβαιώνει ότι ο κλάδος των ρολογιών, μαζί με εκείνον των εργαλείων ακριβείας, βρέθηκε ανάμεσα στους μεγάλους «χαμένους» των υψηλών δασμών, ενώ συνολικά οι ελβετικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ παρουσιάζουν αισθητή κόπωση.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Breitling, Ζορζ Κερν, χαρακτήρισε θετική εξέλιξη τη μελλοντική μείωση των δασμών, τονίζοντας πως ο απώτερος στόχος πρέπει να είναι η επιστροφή στο προγενέστερο επίπεδο του 2%. Όπως υπογράμμισε, η ελβετική ωρολογοποιία όχι μόνο δεν απειλεί την αμερικανική απασχόληση, αλλά δημιουργεί θέσεις εργασίας μέσω των δραστηριοτήτων service και λιανικής στις ΗΠΑ.
Στον αντίποδα της αμερικανικής αγοράς, η Κίνα κατέγραψε αύξηση των εισαγωγών ελβετικών ρολογιών κατά 13%, ενώ ανοδικές τάσεις εμφανίστηκαν και σε Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη. Ωστόσο, ο αναλυτής της Vontobel, Ζαν-Φιλίπ Μπερτσί, επισημαίνει ότι η ανάκαμψη δεν είναι ομοιογενής: η Ευρώπη κινείται υποτονικά, και η αβεβαιότητα γύρω από την πολιτική των ΗΠΑ παραμένει.
Όπως τονίζει, λίγες μεγάλες εταιρείες συγκρατούν τους συνολικούς δείκτες, την ώρα που η υπόλοιπη αγορά καλείται να διαχειριστεί μια περίοδο παρατεταμένων προκλήσεων και σημαντικής μεταβλητότητας.



