Η ιταλική τράπεζα ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι, μετά την ολοκλήρωση της περιόδου αποδοχής της προσφοράς την προηγούμενη εβδομάδα, εξασφάλισε συνολικό ποσοστό 47,59% στην Commerzbank. Το ποσοστό αυτό προκύπτει από τις μετοχές που προσφέρθηκαν στο πλαίσιο της δημόσιας πρότασης, σε συνδυασμό με το ήδη υφιστάμενο άμεσο μερίδιό της, καθώς και με ένα επιπλέον μικρό ποσοστό επί του οποίου διαθέτει οικονομικά δικαιώματα.
Μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου προσφοράς τον Ιούνιο, η UniCredit κατείχε το 42,5% της Commerzbank, καθώς μόνο περιορισμένος αριθμός θεσμικών επενδυτών είχε ανταποκριθεί θετικά στην πρότασή της και είχε προσφέρει τις μετοχές του.
Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, η UniCredit είχε καταθέσει δημόσια πρόταση για την απόκτηση του συνόλου των μετοχών της Commerzbank που δεν βρίσκονταν ήδη στην κατοχή της. Εφόσον η συναλλαγή ολοκληρωθεί επιτυχώς, θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη συμφωνία στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο από την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009.
Η απόκτηση σχεδόν του 50% της Commerzbank συνιστά σημαντική εξέλιξη για έναν από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς της Γερμανίας, καθώς προσφέρει στη UniCredit ουσιαστική επιρροή στη στρατηγική, την εταιρική διακυβέρνηση και τη μελλοντική πορεία της τράπεζας. Ακόμη και χωρίς την πλήρη εξαγορά της, η κατοχή ενός τόσο μεγάλου ποσοστού καθιστά την UniCredit τον κυρίαρχο μέτοχο, αυξάνοντας τις πιθανότητες μιας μελλοντικής πλήρους εξαγοράς, εφόσον δοθούν οι απαραίτητες εγκρίσεις από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές.
Για την Commerzbank, μια στενότερη συνεργασία με τη UniCredit θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικά οφέλη, όπως πρόσβαση στο ευρύ ευρωπαϊκό δίκτυο του ιταλικού ομίλου, αξιοποίηση της ισχυρότερης κεφαλαιακής του βάσης και δυνατότητες εξοικονόμησης κόστους μέσω μεγαλύτερης επιχειρησιακής ενοποίησης. Ωστόσο, μια τέτοια αναδιάρθρωση ενδέχεται να συνοδευτεί από ανησυχίες σχετικά με πιθανές περικοπές προσωπικού και περιορισμό του δικτύου καταστημάτων.
Επιφυλάξεις για την ενίσχυση του ελέγχου της UniCredit στην Commerzbank
Η προοπτική ενίσχυσης του ελέγχου της UniCredit στην Commerzbank προκαλεί προβληματισμό στη γερμανική κυβέρνηση, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί συμμετοχή στην τράπεζα από την περίοδο της διάσωσής της κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Μια τέτοια εξέλιξη εκτιμάται ότι θα έχει σημαντικές πολιτικές αλλά και στρατηγικές προεκτάσεις.
Το Βερολίνο υποστηρίζει σταθερά ότι η ύπαρξη ισχυρών τραπεζικών ιδρυμάτων υπό γερμανικό έλεγχο αποτελεί βασικό πυλώνα για την οικονομία της χώρας. Οι τράπεζες αυτές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και στη στήριξη του εξαγωγικού μοντέλου ανάπτυξης της Γερμανίας. Εάν η UniCredit αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη επιρροή στην Commerzbank, το γερμανικό Δημόσιο θα περιορίσει τη δυνατότητά του να επηρεάζει τη μελλοντική πορεία της τράπεζας, γεγονός που ενδέχεται να επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κατά πόσο η χώρα θα πρέπει να διατηρεί τον έλεγχο σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στρατηγικής σημασίας.
Η ενδεχόμενη αύξηση της ξένης συμμετοχής έχει ήδη προκαλέσει ανησυχίες σε πολιτικούς κύκλους, εκπροσώπους των εργαζομένων και επιχειρηματικούς φορείς. Οι βασικοί προβληματισμοί αφορούν τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας, τη διατήρηση των κρίσιμων κέντρων λήψης αποφάσεων εντός της Γερμανίας, καθώς και τη συνέχιση της ουσιαστικής χρηματοδοτικής στήριξης προς τη βιομηχανική βάση της χώρας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ωστόσο, η ενίσχυση της παρουσίας της UniCredit στην Commerzbank αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη βήμα προς την πολυαναμενόμενη διασυνοριακή ενοποίηση του τραπεζικού κλάδου.
Οι ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η δημιουργία μεγαλύτερων πανευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά τους σε διεθνές επίπεδο, θα συμβάλει στην καλύτερη διασπορά των κινδύνων και θα καταστήσει πιο ανθεκτικό το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, παρότι αρκετές εθνικές κυβερνήσεις εξακολουθούν να εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στην απώλεια του ελέγχου των σημαντικότερων τραπεζών τους.



