Σύμφωνα με τους μετεωρολόγους, από σήμερα, Δευτέρα 21 Ιουλίου, η θερμοκρασία θα πάρει την ανηφόρα, ενώ θερμές αέριες μάζες προβλέπεται να κατακλύσουν τη χώρα μέχρι και το Σαββατοκύριακο. Ως εκ τούτου, η θερμοκρασία δεν θα πέφτει κάτω από τους 30 βαθμούς Κελσίου ούτε τη νύχτα, σε ένα έντονο κύμα καύσωνα που θα διαρκέσει έξι ημέρες.
Στα κινητά τους, όμως, οι πολίτες βλέπουν διαφορετική εικόνα, με τις εκτιμήσεις για τη θερμοκρασία να είναι πολλές φορές αρκετά χαμηλότερες. Επίσης, σε πολλές περιοχές δεν προβλέπονται σαραντάρια, παρά το ότι στα δελτία ειδήσεων επικρατεί, συνήθως, άκρα κινδυνολογία.
Πρόκειται για τον ισχυρότερο καύσωνα των τελευταίων ετών;
Το Σάββατο (19/7), ο μετεωρολόγος και διευθυντής του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστας Λαγουβάρδος, υπογράμμισε ότι μιλάμε για μία πολύ σημαντική άνοδο της θερμοκρασίας που θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι την επόμενη Παρασκευή.
Σημείωσε, μάλιστα, ότι την Παρασκευή 25 Ιουλίου δεν αποκλείεται να δούμε τον υδράργυρο να ξεπερνά το όριο των 42-43 βαθμών Κελσίου σε κάποιες περιοχές, πράγμα που, όπως είπε, σημαίνει ότι μιλάμε για έναν από τους ισχυρότερους καύσωνες των τελευταίων ετών.
Ωστόσο, πλέον το χρονικό περιθώριο για τη διάρκεια του κύματος του καύσωνα έχει διευρυνθεί, καθώς ακούμε ότι οι υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να διαρκέσουν έως και την Κυριακή (27/7), πράγμα που επιβεβαίωσε και ο κ. Λαγουβάρδος σήμερα το πρωί, μιλώντας στο «Πρώτο Πρόγραμμα». Βέβαια, ο βαρύς καύσωνας φαίνεται πως θα είναι την Πέμπτη και όχι την Τρίτη, όπως αρχικά είχε ειπωθεί.
Οι περισσότεροι μετεωρολόγοι συμφωνούν στο ότι οι θερμοκρασίες δεν θα υπερβούν το «ταβάνι» των 43 – 44 βαθμών Κελσίου, με τις υψηλότερες εξ αυτών να αναμένονται σε κλειστές περιοχές μακριά από τη θάλασσα.
Πάντως, δεδομένα των επίσημων μετεωρολογικών σταθμών ΕΜΥ και meteo.gr από προηγούμενες χρονιές αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα έχει ζήσει και ισχυρότερα κύματα καύσωνα, αφού:
- τον Ιούλιο – Αύγουστο του 2007 η θερμοκρασία είχε αγγίξει τους 46,2 βαθμούς Κελσίου στη Θεσσαλία
- τον Ιούλιο – Αύγουστο του 2021 είχε φτάσει τους 45,2 βαθμούς Κελσίου στις Σέρρες και τους 47,1 βαθμούς Κελσίου στη Φθιώτιδα
- και τον Ιούλιο του 2023 ο υδράργυρός είχε «χτυπήσει» τους 45 βαθμούς Κελσίου στη Θεσσαλία και τη Βοιωτία και τους 43-44 στην Αττική.
Γιατί οι προβλέψεις αποκλίνουν μεταξύ τους;
Συνδυάζοντας τα διάφορα δεδομένα, δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς ότι οι προβλέψεις πολύ συχνά αποκλίνουν. Για παράδειγμα, διάφορες εφαρμογές πρόγνωσης του καιρού δίνουν εκτιμήσεις από 1 έως 3 βαθμούς χαμηλότερες σε σχέση με αυτές που ακούγονται από τους μετεωρολόγους στα Μέσα Ενημέρωσης.
Για παράδειγμα, για την Πέμπτη (24/7) που κατά γενική ομολογία θα είναι μια από τις πιο ζεστές ημέρες, η υπηρεσία καιρού του BBC δίνει για την Αθήνα θερμοκρασίες από 27 έως 40 βαθμών Κελσίου, την ίδια στιγμή που αρκετοί μετεωρολόγοι προβλέπουν ότι ο υδράργυρος θα «εκτοξευθεί» κατά τόπους και στους 43-44 βαθμούς. Οι προβλέψεις της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (ΕΜΥ), βέβαια, συμφωνούν με τα όρια 27-40 βαθμοί Κελσίου και τοποθετούν τη λήξη του θερμού κύματος από τις 25 έως τις 27 Ιουλίου.
Ο Θόδωρος Κολυδάς εξηγεί στο Reporter.gr ότι οι αποκλίσεις ανάμεσα στις προβλέψεις οφείλονται στα μοντέλα και τις εξισώσεις που χρησιμοποιούνται. Υπογραμμίζει, δε, ότι «τα όρια δεν είναι φιξαρισμένα», καθώς τα δεδομένα αλλάζουν από μέρα σε μέρα. Το ίδιο ισχύει και για την πρόβλεψη της χρονικής διάρκειας του καύσωνα, ο υπολογισμός της οποίας βασίζεται στα διαθέσιμα κάθε φορά δεδομένα και στο πώς αυτά διαφοροποιούνται.
Επισημαίνει, ακόμη, ότι είναι σημαντικό να παρατηρούμε και τις «κατά τόπους» διαφοροποιήσεις κι όχι μόνο τη γενική εικόνα. Για παράδειγμα, σε μία αστική περιοχή μακριά από την επίδραση της θάλασσας, η θερμοκρασία θα μπορούσε να αγγίξει το μέγιστο όριο – ωστόσο, δεν θα συμβεί το ίδιο σε κάθε περιοχή της επικράτειας, αφού η θερμοκρασία εξαρτάται από πολλές επιμέρους παραμέτρους, όπως η μορφολογία της περιοχής, το μικροκλίμα της, κλπ.
Όπως έχει επισημανθεί κατά το παρελθόν, η Ελλάδα έχει πολύπλοκο ανάγλυφο και μικροκλίματα (π.χ. νησιά, ορεινές περιοχές, αστικά κέντρα κοντά ή μακριά από τη θάλασσα). Οι τοπικές ιδιαιτερότητες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από τα παγκόσμια μοντέλα πρόβλεψης της θερμοκρασίας, καθώς δεν αποδίδουν τόσο καλά σε μικρές γεωγραφικές κλίμακες.
Έτσι, μία υπολογίσιμη διαφορά, η οποία οδηγεί συχνά και σε αποκλίσεις, είναι ότι οι διάφορες εφαρμογές δείχνουν μηχανικά αποτελέσματα που έχουν προκύψει από μαθηματικά μοντέλα χωρίς ανθρώπινη διόρθωση. Αντιθέτως, οι επίσημες προβλέψεις – όπως αυτές της ΕΜΥ ή άλλων έγκυρων μετεωρολόγων – περιλαμβάνουν και χειροκίνητη διόρθωση, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, ανάλογα με τις τάσεις, την εμπειρία και την ιδιαιτερότητα της κάθε περιοχής.
Ενδεικτικό είναι ότι οι εφαρμογές δίνουν συνήθως μία γενική εικόνα χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες, σε αντίθεση με μία μετεωρολογική πρόγνωση που μπορεί να είναι πιο λεπτομερής, προσδιορίζοντας σε ποια ακριβώς περιοχή αναφέρεται (π.χ. στα δυτικά προάστια της Αττικής), αλλά και τις ώρες που αναμένεται αυξομείωση της θερμοκρασίας (π.χ. προσωρινή αύξηση τις μεσημεριανές ώρες).
Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ο κ. Κολυδάς διευκρινίζει ότι μία απόκλιση της τάξεως των 1 – 2 βαθμών Κελσίου δεν είναι σοβαρή, επαναλαμβάνοντας ότι αυτό που θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνεται υπόψη είναι η κατά τόπους διαφοροποίηση.
Ωστόσο, κρίνοντας από τις μετεωρολογικές προβλέψεις και αναλύσεις που μεταδίδονται στα Μέσα, αυτό είναι ένα στοιχείο που σπάνια τραβάει την προσοχή. Συνήθως δεν επισημαίνεται επαρκώς, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι ολόκληρη η χώρα τελεί υπό ασφυκτικό πύρινο κλοιό και να καλλιεργείται η κινδυνολογία και ο πανικός. Τελικά, δε, μένει η αίσθηση ότι οι προβλέψεις δεν «πέφτουν μέσα», παρά ακούμε «μεγάλα λόγια», τα οποία δεν επαληθεύονται.






