Κατά την απολογία της, η 62χρονη υποστήριξε πως η μητέρα της πέθανε στα τέλη Αυγούστου του 2023 και ότι, σε κατάσταση απελπισίας και χωρίς φως στο σπίτι, πήρε τη συγκεκριμένη απόφαση. Ανέφερε ότι απευθύνθηκε σε ξάδερφό της ζητώντας 2.500 ευρώ για τα έξοδα της κηδείας, όμως οι οικονομικές πιέσεις που δεχόταν ήταν αφόρητες.
Αναφέρθηκε σε έναν άνδρα από τη Βουλγαρία με τον οποίο είχε οικονομικές δοσοληψίες και τον οποίο χαρακτήρισε τοκογλύφο. Όπως είπε, μετά τον θάνατο του πατέρα της το 2017, αυτός της ζήτησε να "κλείσει" το χρέος που τότε έφτανε τις 74.000 ευρώ, απαιτώντας από εκείνη 1.500 ευρώ κάθε μήνα — ποσό που ισοδυναμούσε με τα συνολικά έσοδα της ίδιας και της μητέρας της.
Η γυναίκα περιέγραψε έναν εφιάλτη που εξελισσόταν για χρόνια: νυχτερινές επισκέψεις στο σπίτι της, απειλές, πίεση. Είπε πως είχε σκεφτεί να απευθυνθεί στην αστυνομία ή να εξαφανιστεί, αλλά τελικά έπραξε ό,τι έπραξε «για το παιδί της», παραδεχόμενη ότι ήταν λάθος.
Ο γιος της, που έχει να τη δει από το 2021, κατέθεσε ότι γνώριζε τις οικονομικές δυσκολίες της μητέρας του, ήδη από την εποχή που ζούσαν στην Αλεξανδρούπολη. Ανέφερε ότι η οικογένεια είχε μεγάλο δανεισμό, προβλήματα υγείας και συσσωρευμένα χρέη. Χαρακτήρισε τη μητέρα του υπερχρεωμένη και φοβισμένη, λέγοντας ότι είχε δεχθεί απειλές ακόμη και από τοκογλύφους στον δρόμο. Ενημερώθηκε για την υπόθεση όταν η μητέρα του, από το κρατητήριο, του τηλεφώνησε και του αποκάλυψε τι είχε συμβεί με τη γιαγιά του.
Στο δικαστήριο κατέθεσε και ο ανιψιός της ηλικιωμένης, ο οποίος αρχικά αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή, αλλά τελικά παραδέχθηκε —ύστερα από πίεση του εισαγγελέα— ότι βοήθησε στη μεταφορά της σορού. Είπε ότι πείστηκε από την ίδια, η οποία του είπε ότι η μητέρα της απουσίαζε σε δομή φιλοξενίας, και πως αν έχανε την παρουσία της στο σπίτι, θα έχανε και το επίδομα. Είπε μάλιστα ότι τον απείλησε με αυτοκτονία αν δεν τη βοηθούσε.
Ο συνήγορος της κατηγορούμενης ζήτησε ελαφρυντικά, ισχυριζόμενος πως οι πράξεις της ήταν απόρροια απόγνωσης και ανάγκης να φροντίσει τον γιο της, όμως το δικαστήριο δεν τα αναγνώρισε. Ο εισαγγελέας επεσήμανε πως τα κίνητρα δεν ήταν «ταπεινά» και πως η κατηγορούμενη εξαπάτησε το Δημόσιο μέσω συνειδητής απάτης. Η πρόεδρος του δικαστηρίου συμφώνησε με την εισαγγελική πρόταση.
Ο δικηγόρος, φεύγοντας από το δικαστήριο, σημείωσε ότι το δικαστήριο παρέμεινε αμερόληπτο και δεν επηρεάστηκε από τη δημοσιότητα της υπόθεσης.



