Πιο αναλυτικά, ο κ. Φλώρος δικάζεται για το αδίκημα της «άσκησης βίας κατά βουλευτή κατά την άσκηση των καθηκόντων του», καθώς, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στις 24 Απριλίου 2024, έξω από την Ολομέλεια της Βουλής, γρονθοκόπησε τον κ. Γραμμένο.
Ο εισαγγελέας υπογράμμισε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε βιαιοπραγία και τόνισε ότι η πράξη πληροί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά χαρακτηριστικά που απαιτεί ο νόμος για την καταδίκη.
Στην απολογία του, ο κ. Φλώρος χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του «απερισκεψία» και «λάθος αντίδραση», υποστηρίζοντας ότι προκλήθηκε από την «απρόκλητη επίθεση του κ. Γραμμένου προς τη μητέρα του». Ο ίδιος δήλωσε: «Λάθος, λάθος και η αντίδρασή μου. Γνωρίζω ότι αν πρέπει να ζητήσω συγνώμη, είναι από τη μητέρα μου. Την υπερασπίστηκα τότε και μετά ζήτησα συγγνώμη από τον ελληνικό λαό που με ψήφισε. Στον κ. Γραμμένο δεν μπορώ να ζητήσω συγνώμη, λόγω των περιοριστικών όρων που ισχύουν».
Υπενθυμίζεται ότι μετά το περιστατικό, ο βουλευτής είχε συλληφθεί και, μετά την απολογία του στην ανακρίτρια, αφέθηκε ελεύθερος με τον περιοριστικό όρο να μην πλησιάζει τον κ. Γραμμένο σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων.
Στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν χτύπησε τον κ. Γραμμένο αλλά τον έπιασε από τον γιακά και του έβαλε τρικλοποδιά, με αποτέλεσμα εκείνος να πέσει κάτω. Πρόσθεσε ότι η οργή του προέκυψε από τη χυδαία επίθεση που δέχθηκε από τον αντίδικο, ο οποίος φέρεται να προσέβαλε τη μητέρα του.
Παράλληλα, ο Κ. Φλώρος εξέφρασε την πρόθεσή του να αποσύρει τη μήνυσή του κατά του Βασίλη Γραμμένου, ζητώντας από τον αντίδικό του να εκφράσει δημόσια μεταμέλεια για τα όσα είπε για τη μητέρα του.






