Σύμφωνα με το σκεπτικό του Ε’ Ποινικού Τμήματος, με τον νέο Ποινικό Κώδικα καλύφθηκε ρητά νομοθετικό κενό, γεγονός που συνεπάγεται ότι απαιτείται πραγματική έκτιση 25 ετών ποινής ακόμη και για αδικήματα που τελέστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2019. Παράλληλα, οι αρεοπαγίτες απέρριψαν την επίκληση ευμενέστερης νομολογιακής αντιμετώπισης, σημειώνοντας ότι η σχετική αρχή αφορά τη σύγκριση μεταξύ νομοθετικών διατάξεων και όχι δικαστικών ερμηνειών.
Επιπλέον, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν περιείχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τη διαπίστωση των προϋποθέσεων αποφυλάκισης. Όπως επισημαίνεται, στοιχεία όπως η καλή συμπεριφορά κατά τη διάρκεια των αδειών, οι πανεπιστημιακές σπουδές και η απουσία πρόσφατων πειθαρχικών παραπτωμάτων συνιστούν «εξωτερικά καλή συμπεριφορά», αλλά δεν επαρκούν για να τεκμηριώσουν ουσιαστική ηθική μεταστροφή και σωφρονισμό.
Ο Άρειος Πάγος αναγνώρισε ότι οι σπουδές του κρατουμένου καταδεικνύουν προσπάθεια λειτουργικότητας κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού, ωστόσο υπογράμμισε πως από μόνες τους δεν αρκούν για να αποδείξουν πραγματική βελτίωση ή αποκατάσταση. Παράλληλα, κρίθηκε ελλιπής η αιτιολόγηση σχετικά με δημόσιες παρεμβάσεις και επιστολές του, καθώς δεν τεκμηριώνεται σύνδεσή τους με μεταβολή στάσης απέναντι στην έννομη τάξη.
Τέλος, το δικαστήριο στάθηκε στο ζήτημα της μεταμέλειας, σημειώνοντας ότι από τα στοιχεία δεν προκύπτει ειλικρινής μετάνοια ούτε αποκοπή από το εγκληματικό παρελθόν, ενώ επισημαίνεται ότι ο καταδικασμένος δεν έχει αποδεχθεί τις πράξεις του ούτε έχει εκφράσει μεταμέλεια, στοιχείο που κατά την κρίση του Αρείου Πάγου ενισχύει την εκτίμηση περί μη ολοκληρωμένης ηθικής μεταστροφής.



