• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΣτΕ: «Φρένο» στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας για χρέη στο Δημόσιο
18:21 - 15 Οκτ 2026

ΣτΕ: «Φρένο» στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας για χρέη στο Δημόσιο

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Τέλος στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας, η οποία αποτελεί οικογενειακή στέγη, για οφειλές στο Δημόσιο, εφόσον ο οφειλέτης έχει και άλλη περιουσία, έβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ).  

Σύμφωνα με τη σχετική απόφαση, δεν μπορεί να κατασχεθεί και να περιληφθεί σε πρόγραμμα πλειστηριασμού, η οικογενειακή κατοικία οφειλέτη, εφόσον έχει και άλλα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να ικανοποιήσουν το ύψος της οφειλής.

Η συγκεκριμένη απόφαση αφορά όλες τις περιπτώσεις οφειλών προς το Δημόσιο, τις Δ.Ο.Υ., τους ΟΤΑ, τα ασφαλιστικά Ταμεία, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, κλπ. Δηλαδή, όλες τις οφειλές που εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).

Παράλληλα, κρίθηκε ότι πλέον σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας των πλειστηριασμών ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή. Συνεπώς, μπορεί να ασκήσει ανακοπή από το αρχικό στάδιο της κοινοποίησης της «κατασχετήριας έκθεσης» του ακινήτου, έως και το τελικό στάδιο, αυτό της έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού.

Σημειώνεται πως μέχρι σήμερα είχε γίνει δεκτό ότι η ανακοπή μπορούσε να ασκηθεί μόνο στο αρχικό στάδιο της κατασχετήριας έκθεσης.

Ειδικότερα, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά ενέταξε σε διαδικασία αναγκαστικού πλειστηριασμού ακίνητο 162 τετραγωνικών μέτρων στο Μοσχάτο, το οποίο αφορά μεζονέτα του πρώτου και του δεύτερου ορόφου. Το ακίνητο ανήκε κατά 50% στον διευθύνοντα σύμβουλο Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας και κατά το υπόλοιπο 50% στη σύζυγό του. Η διαδικασία κινήθηκε εξαιτίας ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο.

Ο διευθύνων σύμβουλος προσέφυγε κατά του προγράμματος πλειστηριασμού με ανακοπή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο τη δέχθηκε, ακυρώνοντας το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού. Το δικαστήριο έκρινε ότι η έκδοσή του παραβίαζε τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.

Ακολούθως, το Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελούσε τη μοναδική κύρια κατοικία του διευθύνοντος συμβούλου, στην οποία διέμενε με την οικογένειά του, παρότι διέθετε και άλλα ακίνητα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Σύμφωνα με την κρίση του Εφετείου, η έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού ήταν αντίθετη προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, καθώς δεν συνιστούσε πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την είσπραξη των οφειλών προς το Δημόσιο. Όπως επισημάνθηκε, η ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης μπορούσε να επιδιωχθεί με την εφαρμογή λιγότερο επαχθών μέτρων.

Από την πλευρά του, το Δημόσιο υποστήριξε ότι ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ., επιλέγοντας να κατασχέσει το συγκεκριμένο ακίνητο αντί άλλου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, άσκησε τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) ως προς την επιλογή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Δημοσίου. Στο σκεπτικό του υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας».

Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, η μέριμνα του κράτους για την προστασία της πρώτης κατοικίας συνδέεται άμεσα με τη διασφάλιση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Την υποχρέωση αυτή οφείλουν να εκπληρώνουν αποτελεσματικά όλα τα κρατικά όργανα, όπως προβλέπεται χαρακτηριστικά στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του Συντάγματος.

Παράλληλα, το ΣτΕ τονίζει ότι, βάσει των συνταγματικών επιταγών και της αρχής της αναλογικότητας, η οποία απορρέει ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου, όταν η επιδίωξη ενός σκοπού δημοσίου συμφέροντος συνεπάγεται τη στέρηση της κατοικίας ενός προσώπου, πρέπει να αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης.

Η απαίτηση αυτή ισχύει για κάθε πράξη που αποσκοπεί στην εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου, ανεξάρτητα από το κρατικό όργανο που την εκδίδει και από το στάδιο της διαδικασίας στο οποίο λαμβάνεται. Ειδικότερα, θα πρέπει να έχει προηγουμένως εξαντληθεί κάθε δυνατότητα επίτευξης του δημόσιου σκοπού μέσω άλλων κατάλληλων, αλλά λιγότερο επαχθών μέτρων.

Τελευταία τροποποίηση στις 15/10/2026 - 18:27