Παρά τις εντεινόμενες συνέπειες των διεθνών γεωπολιτικών εντάσεων, αλλά και την αβεβαιότητα που επιφέρει στο παγκόσμιο εμπόριο η δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ, η Ελλάδα καταφέρνει και διατηρεί τους ρυθμούς ανάπτυξης, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση παλεύει να κρατήσει θετικό πρόσημο στην εξέλιξη του ΑΕΠ.
Ως καταλύτης για την αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας λειτουργεί η ενίσχυση του επενδυτικού ρεύματος. Ωστόσο, όσο οι συνθήκες διεθνώς θα επιδεινώνονται για το επιχειρείν, τόσο θα αυξάνεται η ανάγκη περαιτέρω τόνωσης των κεφαλαιακών ροών προς την πραγματική οικονομία.
Η Ελλάδα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά οφείλει να ενισχύσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητά της. Κλειδί για την επίτευξη αυτού του τόσο κρίσιμου, αλλά και δύσκολα επιτεύξιμου στόχου, αποτελεί η επιβράβευση από την πολιτεία όσων επιχειρήσεων επιμένουν επενδυτικά, αψηφώντας τις θυελλώδεις διεθνές εντάσεις. Η θεσμική ανταπόκριση της κυβέρνησης σε πάγια αιτήματα της αγοράς, όπως και η χορήγηση νέων κινήτρων, είναι βέβαιο ότι θα διατηρήσουν ζωντανό - αμείωτο το επενδυτικό ρεύμα προς την Ελλάδα, ιδιαίτερα από ισχυρές οικονομίες όπως η γερμανική.
Αν και προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη υλοποιηθεί σημαντικές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, απομένουν ακόμη πολλά να γίνουν.
Για παράδειγμα, η εξασφάλιση ενός σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος, λογίζεται βασικό «προαπαιτούμενο» τόνωσης των επενδύσεων. Επιθυμία ενός επιχειρηματία είναι να γνωρίζει, ευθύς εξαρχής, το πώς θα φορολογηθεί ώστε υπολογίζει με ασφάλεια την απόδοση της επένδυσής του.
Το επενδυτικό κοινό επιθυμεί να συναλλάσσεται με σύγχρονες, γρήγορες, αποτελεσματικές, υποστηρικτικές κρατικές δομές. Εκ των βασικότερων κριτηρίων αξιολόγησης μιας εθνικής αγοράς είναι η λειτουργία των κρατικών μηχανισμών. Η Ελλάδα του 2025 μπορεί να μη θυμίζει σε τίποτα την προμνημονιακή της εικόνα σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα, ωστόσο έχει ακόμη να κάνει βήματα ώστε να προσεγγίσει τη δομή και οργάνωση των κρατικών υπηρεσιών άλλων ισχυρών οικονομιών της Ευρώπης. Η ψηφιοποίηση του δημοσίου, η αναδόμηση πολλών εκ των υπηρεσιών του, η απλοποίηση και κατάργηση χρονοβόρων διαδικασιών, έχουν βελτιώσει σημαντικά τον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού δημοσίου. Απομένουν όμως πολλά να γίνουν, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον τομέα της ταχύτητας της Δικαιοσύνης αλλά και των αδειοδοτήσεων για επενδυτικά σχέδια.
Η διάνοιξη νέων διμερών επενδυτικών διαύλων θα φέρει πιο κοντά την ελληνική με τη γερμανική επιχειρηματική κοινότητα. Ως χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αναδεικνύονται, τελευταία, η αμυντική βιομηχανία, ο τομέας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η παραγωγή εναλλακτικών καυσίμων, η διαχείριση του νερού, η ανακύκλωση συσκευασιών όπως και απορριμμάτων, καθώς και ο τομέας της δορυφορικής - διαστημικής τεχνολογίας.
Ζητούμενο για τον Γερμανό επενδυτή αποτελεί επίσης η εξασφάλιση ίσων ευκαιριών προσβασιμότητας σε νέους κεφαλαιακούς πόρους, όπως και η δυναμικότερη ενεργοποίηση των μηχανισμών χορήγησης δανείων από τις ελληνικές τράπεζες.
Στις προκλήσεις, που εφόσον αντιμετωπιστούν θα ενισχύσουν το διεθνές και άρα και το γερμανικό επενδυτικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα, περιλαμβάνεται και η αποτελεσματικότερη αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Όραμα μακρόπνοο για την ελληνική κυβέρνηση. Υποστηρίχθηκε με σειρά μεταρρυθμίσεων οι οποίες σαφώς και βελτίωσαν το επιχειρηματικό κλίμα στη χώρα, όμως ο κύκλος της επιδιωκόμενης αναδιάρθρωσης δεν ολοκληρώθηκε. Η Ελλάδα καλείται να περάσει διεθνώς το μήνυμα ότι η οικονομία της δεν εξαντλείται στον τουρισμό και τον αγροτικό τομέα.
Προϋπόθεση για τα ανωτέρω είναι η απόκτηση ολοκληρωμένων δομών logistics, που θα καλύπτουν ολιστικά τις απαιτήσεις κάθεδυνητικού επενδυτή σε ζητήματα σχετικά με την παραγωγή, αποθήκευση και διακίνηση προϊόντων. Παρά τα σημαντικά έργα υποδομών που υλοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια, οι ανάγκες της χώρας παραμένουν πολλές. Βασικότερες εκκρεμότητες λογίζονται η απόκτηση ενός αξιόπιστου σιδηρόδρομου, η λειτουργία ενός σύγχρονου cargo αεροδρομίου, η οργάνωση ενός διευρυμένου δικτύου αναβαθμισμένων ΒΙΠΕ με έδρες σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, όπως και η σύνδεση των μεγάλων λιμανιών με το εθνικό οδικό και το σιδηροδρομικό δίκτυο.
Το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο, βρισκόμενο στην πρώτη γραμμή κρούσης του επιχειρείν, αφουγκράζεται καθημερινά τις ανάγκες της επενδυτικής κοινότητας. Ως θεσμοθετημένος σύμβουλος του επιχειρείν επιμένει στο να αναδεικνύει τα ανωτέρω θέματα, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η ταχεία και ουσιαστική αντιμετώπισή τους θα αναβαθμίσει τις οικονομικές σχέσεις δύο χώρων, που η μια πιστεύει στην άλλη.
Οι σχέσεις εμπιστοσύνης που σταθερά οικοδομούν Ελλάδα και Γερμανία, καταγράφεται στην τελευταία μελέτη του ΙΟΒΕ για το αποτύπωμα της γερμανικής επιχειρηματικής κοινότητας στην ελληνική οικονομία. Η Γερμανία αποτελεί έναν των ισχυρότερων εθνικών επενδυτών της Ελλάδας, με τα συνολικά κεφάλαια από άμεσες επενδύσεις να φθάνουν στα επίπεδα των 8 δισ. ευρώ και τις γερμανικές επιχειρήσεις να συμμετέχουν με 4,7% ή 10,7 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ της Ελλάδας. Σε όρους πολλαπλασιαστών, εκτιμάται ότι για κάθε ένα ευρώ ΑΕΠ που παράγουν οι γερμανικές επιχειρήσεις, το ΑΕΠ της Ελλάδας αυξάνεται συνολικά κατά 1,6 ευρώ. Αντίστοιχα, σε όρους απασχόλησης, κάθε μία θέση εργασίας σε γερμανική επιχείρηση στηρίζει 2,9 θέσεις στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας.
Ο Αριστοτέλης, ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, έλεγε ότι “ηαριστείαδεν είναι ποτέ τυχαία. Είναι πάντα το αποτέλεσμα υψηλής πρόθεσης, ειλικρινούς προσπάθειας και ευφυούς εκτέλεσης”. Έγκειται λοιπόν στις πραγματικές προθέσεις των δύο αγορών, όπως και γενικότερα των δύο χωρών να επιτύχουν το άριστο στις μεταξύ τους σχέσεις.