Πιο αναλυτικά λοιπόν, σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ, τα μέτρα αυτά δεν καλύπτουν επαρκώς τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, ακόμη και εκείνες με υψηλή ενεργειακή κατανάλωση. Ειδικότερα:
- Η αύξηση της αντιστάθμισης του κόστους CO₂ αφορά κυρίως μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες, αφήνοντας εκτός τις μικρότερες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν αντίστοιχες επιβαρύνσεις.
- Η μείωση των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), αν και καθολική, έχει περιορισμένη επίδραση στους λογαριασμούς ρεύματος των μικρών επιχειρήσεων και δεν προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση.
Η Συνομοσπονδία τονίζει ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις επηρεάζονται εξίσου, και συχνά δυσανάλογα, από την αύξηση του ενεργειακού κόστους, χωρίς να διαθέτουν την οικονομική ευχέρεια ή μηχανισμούς αντιστάθμισης για να αντεπεξέλθουν. Όπως επισημαίνει, η υφιστάμενη πολιτική δημιουργεί ουσιαστικά μια «αγορά δύο ταχυτήτων», αφήνοντας εκτεθειμένο το μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού ιστού της χώρας.
Η ΓΣΕΒΕΕ ζητά την άμεση αναθεώρηση της πολιτικής στήριξης, με έμφαση:
- Στην ενεργοποίηση ενός έκτακτου προγράμματος επιδότησης ηλεκτρικής ενέργειας για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.
- Στη θεσμοθέτηση μόνιμου μηχανισμού αντιστάθμισης, ανάλογου με αυτόν που ισχύει για τις μεγάλες βιομηχανίες, προκειμένου να διασφαλιστεί δίκαιη και βιώσιμη αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους.






