Συνολικά, η ΤΙΤΑΝ επιχειρεί να προσαρμοστεί σε μια περίοδο πολλαπλών μεταβάσεων — ενεργειακή κρίση, γεωπολιτικές ανακατατάξεις και αυστηρότερες κλιματικές πολιτικές — επενδύοντας στην ανθεκτικότητα, στη γεωγραφική διασπορά και στη σταδιακή μετάβαση σε ένα πιο «πράσινο» παραγωγικό μοντέλο, χωρίς όμως να αγνοεί τα αυξημένα ρίσκα και τις αβεβαιότητες που συνοδεύουν τη νέα εποχή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με όσα ανέφεραν στελέχη της διοίκησης, το σχέδιο συμπίεσης διοξειδίου του διοξειδίου του άνθρακα IFESTOS στο Καμάρι μετατίθεται χρονικά, ακολουθώντας τη γενικότερη επιβράδυνση αντίστοιχων projects στην Ευρώπη. Βασική αιτία θεωρείται η έλλειψη σαφούς ρυθμιστικού πλαισίου αλλά και η περιορισμένη προβλεψιμότητα γύρω από τις αλυσίδες εφοδιασμού που θα απαιτηθούν για την ανάπτυξη τέτοιων υποδομών. Όπως επισημάνθηκε, ελάχιστες ανάλογες επενδύσεις προχωρούν σήμερα στην Ευρώπη χωρίς ισχυρή κρατική στήριξη, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Νορβηγία - όπου δημόσιες εγγυήσεις καλύπτουν περίπου το 90% του σχεδίου - αλλά και αντίστοιχες επιδοτούμενες υποδομές στη Βρετανία.
Η διοίκηση της ΤΙΤΑΝ εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στο σημερινό περιβάλλον, εκτιμώντας ότι η πράσινη μετάβαση παραμένει στρατηγικός στόχος, ωστόσο η υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων δέσμευσης και αποθήκευσης CO₂ απαιτεί αποσαφηνίσεις σε σχέση με σειρά ζητημάτων, μεγαλύτερη σταθερότητα και σαφέστερους κανόνες χρηματοδότησης.
Ενέργεια
Την ίδια στιγμή, το ενεργειακό κόστος εξελίσσεται σε έναν από τους βασικότερους παράγοντες πίεσης για τον όμιλο. Η διοίκηση υπολογίζει ότι η επιβάρυνση από ηλεκτρική ενέργεια, καύσιμα, μεταφορές και ναύλους θα αυξηθεί φέτος κατά περίπου 40 εκατ. ευρώ. Ελλάδα και Βαλκάνια θεωρούνται οι πιο ευάλωτες αγορές, καθώς το κόστος ηλεκτρισμού συμμετέχει σημαντικά στη συνολική παραγωγική δαπάνη.
Για να περιορίσει τις επιπτώσεις, η εταιρεία έχει προχωρήσει σε συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου με τη ΔΕΗ για περίπου το 50% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ στο δεύτερο τρίμηνο προστέθηκε επιπλέον κάλυψη για ακόμη 10% της κατανάλωσης. Σύμφωνα με τη διοίκηση, οι κινήσεις αυτές αναμένεται να λειτουργήσουν υποστηρικτικά στη διάρκεια του έτους.
Οι επιδόσεις
Παρά τις πιέσεις, ο όμιλος ξεκίνησε το 2026 με βελτιωμένες επιδόσεις. Οι πωλήσεις στο πρώτο τρίμηνο διαμορφώθηκαν στα 636 εκατ. ευρώ, τα EBITDA στα 138 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη στα 64 εκατ. ευρώ. Σε συγκρίσιμη βάση, τα EBITDA αυξήθηκαν κατά 16%, ενώ το περιθώριο λειτουργικής κερδοφορίας ξεπέρασε το 21%.
Καθοριστικό ρόλο στη συγκράτηση του κόστους παίζει το πρόγραμμα εξοικονόμησης PRIME, μέσω του οποίου η ΤΙΤΑΝ στοχεύει σε συνολική μείωση δαπανών άνω των 100 εκατ. ευρώ έως το 2029. Για το 2026 προβλέπονται επενδύσεις περίπου 35 εκατ. ευρώ, με τις σχετικές δαπάνες να αναμένεται να αυξηθούν σταδιακά τα επόμενα χρόνια. Ήδη, σύμφωνα με τον οικονομικό διευθυντή Γιάννη Ιωάννου, οι πρώτες παρεμβάσεις έχουν αποδώσει εξοικονόμηση περίπου 6 εκατ. ευρώ.
Η Τουρκία
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διεθνής διασπορά και η επέκταση σε αγορές εκτός του στενού ευρωπαϊκού πυρήνα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Κεντρικό ρόλο στη στρατηγική αυτή έχει η Τουρκία, όπου η ΤΙΤΑΝ ολοκλήρωσε την εξαγορά της Traçim Cement στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης.
Η διοίκηση θεωρεί ότι η τουρκική αγορά προσφέρει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, χαμηλότερο παραγωγικό κόστος και ισχυρή εγχώρια ζήτηση, ενώ παράλληλα μπορεί να λειτουργήσει ως εξαγωγική βάση για την ευρύτερη περιοχή. Ο πρόεδρος του ομίλου Δημήτρης Παπαλεξόπουλος συνέδεσε ευθέως την επένδυση με τη σταδιακή υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, σημειώνοντας ότι η παρουσία στην Τουρκία αποκτά στρατηγική σημασία σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους στην Ευρώπη.
Η ΤΙΤΑΝ υποστηρίζει ότι η γεωγραφική διαφοροποίηση αποτελεί βασικό μηχανισμό άμυνας απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Οι ΗΠΑ παραμένουν ο σημαντικότερος πυλώνας ανάπτυξης, με ισχυρή παρουσία σε έργα υποδομών, data centers και βιομηχανικές επενδύσεις. Παράλληλα, η Ελλάδα συνεχίζει να στηρίζεται σε μεγάλα έργα υποδομής, τουριστικές επενδύσεις και logistics, ενώ Αίγυπτος και Βαλκάνια συνεισφέρουν μέσω δημόσιων έργων και κατασκευών.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, η στρατηγική του ομίλου βασίζεται στην εκτίμηση ότι η Ευρώπη θα παραμείνει σημαντική αγορά, αλλά οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας θα προέρχονται όλο και περισσότερο από αγορές εκτός του ευρωπαϊκού πυρήνα.
Επενδύσεις
Παράλληλα, η εταιρεία συνεχίζει να επενδύει στην πράσινη μετάβαση, με έμφαση σε εναλλακτικά τσιμεντοειδή υλικά, ψηφιοποίηση, εναλλακτικά καύσιμα και τεχνολογίες μείωσης εκπομπών. Το επενδυτικό πλάνο προβλέπει 100 εκατ. ευρώ για καινοτομία και 60 εκατ. ευρώ για ψηφιακό μετασχηματισμό έως το 2029, ενώ συνολικά κεφάλαια 3–4 δισ. ευρώ προορίζονται για ανάπτυξη και στρατηγικές κινήσεις.





