Παρότι πρόκειται για μια αίσθηση και όχι επίσημη επιβεβαίωση, υπογραμμίζει πως μέσα στην ημέρα περιμένουμε να δούμε τις επίσημες ανακοινώσεις των παρόχων σχετικά με τα νέα τιμολόγια ρεύματος. Αναφέρεται συγκεκριμένα στη διαμόρφωση των χονδρεμπορικών τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας τους προηγούμενους μήνες:
- τον Μάιο η τιμή βρισκόταν περίπου στα 83 ευρώ ανά μεγαβατώρα,
- τον Ιούνιο αυξήθηκε ελαφρώς στα 85,5 ευρώ,
- τον Ιούλιο έφτασε στα 100,5 ευρώ,
- ενώ τον Αύγουστο μειώθηκε στα 78 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Όπως τονίζει, αυτός ο αντίκτυπος στις τιμές της λιανικής θα φανεί στα τιμολόγια που θα ανακοινωθούν.
Επιπλέον, ο κ. Φούρλαρης διευκρινίζει ότι οι δηλώσεις τόσο του πρωθυπουργού όσο και του αρμόδιου υπουργού αφορούν αποκλειστικά τα κυμαινόμενα τιμολόγια και όχι τα σταθερά. Στα κυμαινόμενα τιμολόγια η χρέωση διαμορφώνεται μέσω ενός μηχανισμού διακύμανσης που λαμβάνει υπόψη τις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές προμήθειας προσαρμόζονται αυτόματα ανάλογα με τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής τιμής, και επομένως είναι λογικό να αναμένεται αποκλιμάκωση των τιμών. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, αυτή η αποκλιμάκωση αναμένεται να είναι περίπου 22%, αντιστοιχώντας στη μείωση της χονδρεμπορικής τιμής από τον Ιούλιο στον Αύγουστο.
Η Ρυθμιστική Αρχή εφαρμόζει την ευρωπαϊκή οδηγία για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία προβλέπει κοινά πρότυπα για τα τιμολόγια, βασισμένα στην έκθεση των καταναλωτών στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής τιμής. Μέσω αυτής της οδηγίας, τα προϊόντα προμήθειας κατηγοριοποιήθηκαν σε δύο βασικές κατηγορίες: τα σταθερού τύπου τιμολόγια, τα οποία μέχρι τώρα αντιστοιχούσαν στο «μπλε» τιμολόγιο, και τα κυμαινόμενα τιμολόγια, που περιλαμβάνουν τις κατηγορίες «πράσινο» και «κίτρινο». Τα σταθερά τιμολόγια δεν επηρεάζονται από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής, ενώ τα κυμαινόμενα υπόκεινται σε αυτές τις μεταβολές.
Επιπρόσθετα, δημιουργήθηκαν και τα λεγόμενα «κόκκινα» τιμολόγια, τα οποία είναι σταθερού τύπου αλλά με ευέλικτα χαρακτηριστικά. Το παραδοσιακό «μπλε» τιμολόγιο είναι μια σταθερή τιμή ανά κιλοβατώρα για ολόκληρη τη διάρκεια της σύμβασης, που είναι συνήθως δωδεκάμηνη. Για παράδειγμα, αν η τιμή είναι 14 λεπτά ανά κιλοβατώρα, αυτή η τιμή ισχύει για κάθε κατανάλωση, ανεξάρτητα από το πόσες κιλοβατώρες καταναλώσει ο πελάτης. Τα «κόκκινα» τιμολόγια, που μπορούν να θεωρηθούν ως ένα υβριδικό σταθερό τιμολόγιο, διαφοροποιούν τις χρεώσεις ανάλογα με την κατανάλωση, σύμφωνα με προκαθορισμένες μπάντες. Δηλαδή, για τις πρώτες 300 κιλοβατώρες ισχύει μια τιμή, για τις επόμενες 400 κιλοβατώρες άλλη τιμή, και για τις επόμενες 600 μια τρίτη τιμή, κ.ο.κ. Με αυτό τον τρόπο, όσο αυξάνεται η κατανάλωση, ενδέχεται να αυξάνεται και η τιμή ανά κιλοβατώρα. Όλα αυτά τα τιμολόγια έχουν διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους.
Όσον αφορά την επιλογή του χρωματιστού τιμολογίου, ο κ. Φούρλαρης εξηγεί πως είναι απαραίτητο ο καταναλωτής να γνωρίζει το ιστορικό της κατανάλωσής του. Συγκεκριμένα, προτείνει να παρακολουθεί συστηματικά την κατανάλωση που καταγράφεται από το ρολόι του ηλεκτρικού ρεύματος, ακριβώς όπως κάποιος παρακολουθεί τις κλήσεις στο κινητό του τηλέφωνο. Τονίζει ότι πολλές φορές οι λογαριασμοί βασίζονται σε εκτιμήσεις και όχι σε πραγματικές μετρήσεις, γι’ αυτό και ο καταναλωτής πρέπει να ελέγχει αν η καταναλωθείσα ποσότητα είναι ακριβής. Η τακτική παρακολούθηση της κατανάλωσης είναι απαραίτητη για να μπορεί κάποιος να ελέγχει και την ορθότητα των λογαριασμών που λαμβάνει.
Το «πράσινο» τιμολόγιο, σύμφωνα με τον κ. Φούρλαρη, έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζει μηνιαία τις τιμές τόσο του πάγιου όσο και των επιπλέον χρεώσεων, δίνοντας έτσι την ευκαιρία για περαιτέρω αποκλιμάκωση ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής τιμής. Αυτό σημαίνει ότι το πράσινο τιμολόγιο μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερες εκπτώσεις ή μειώσεις στις χρεώσεις ανάλογα με το προφίλ του καταναλωτή.
Τέλος, ο κ. Φούρλαρης επισημαίνει πως κάποιοι καταναλωτές προτιμούν τη σταθερότητα και επιλέγουν το «μπλε» σταθερό τιμολόγιο, καθώς δεν θέλουν να παρακολουθούν συνεχώς τις μεταβολές της χονδρεμπορικής τιμής και προτιμούν μια σταθερή και προβλέψιμη τιμή. Από την πλευρά τους, οι πάροχοι ενθαρρύνουν συχνά τους πελάτες να επιλέγουν τα σταθερά τιμολόγια, καθώς έτσι δεσμεύουν για 12 μήνες έναν συγκεκριμένο όγκο κατανάλωσης, μειώνοντας τον κίνδυνο απρόβλεπτων αλλαγών και διασφαλίζοντας καλύτερη διαχείριση των χρηματοροών τους. Επιπλέον, η σταθερότητα αυτή επιτρέπει στους παρόχους να προσφέρουν καλύτερες τιμές και να προστατεύονται από τις δυσμενείς διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς μέσω χρηματοοικονομικών εργαλείων αντιστάθμισης κινδύνου (hedging).







