Παρά την πτώση αυτή, η αστάθεια της αγοράς και οι απότομες αυξήσεις των περιφερειακών τιμών συνεχίζουν να αποτελούν πρόκληση. Για τη σταθεροποίηση της αγοράς, η Ευρώπη θα πρέπει να επιταχύνει τον εξηλεκτρισμό και να επενδύσει σε δίκτυα, λύσεις αποθήκευσης ενέργειας και ευελιξία, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα αξιόπιστο και προσιτό ενεργειακό σύστημα για όλους τους καταναλωτές.
Ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής συνέχισε την πορεία προς την απανθρακοποίηση, με τις ανανεώσιμες πηγές και την πυρηνική ενέργεια να καλύπτουν συνολικά το 72% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ. Το υψηλό μερίδιο καθαρών και ανανεώσιμων πηγών συνέβαλε στην πτώση των μέσων τιμών χονδρικής στα 82 €/MWh το 2024, σε σύγκριση με τα 227 €/MWh το 2022. Ωστόσο, οι ανισότητες παραμένουν: περιοχές που εξακολουθούν να βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα καταγράφουν υψηλότερες τιμές.
Παρά τις επιμέρους αυξήσεις τιμών, ειδικά στη νοτιοανατολική Ευρώπη, οι τιμές υπερέβησαν κατά μέσο όρο τα 150 €/MWh μόνο στο 6,9% του χρόνου το 2024, σε σύγκριση με το 69% το 2022. Ταυτόχρονα, οι αρνητικές τιμές καταγράφηκαν κατά μέσο όρο μόλις στο 3,6% του χρόνου, υποδεικνύοντας ότι οι περίοδοι υπερπροσφοράς παραμένουν πρόκληση.
«Για την αντιμετώπιση της αστάθειας της αγοράς απαιτούνται επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας και συστήματα ευελιξίας. Παράλληλα, η χαμηλή ζήτηση αποτελεί τροχοπέδη για βιώσιμες επενδύσεις», ανέφερε ο Kristian Ruby, Γενικός Γραμματέας της Eurelectric.
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε μόλις κατά 1% το 2024, παραμένοντας 7% χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2021, ένδειξη ότι η ΕΕ δεν έχει πλήρως ανακάμψει από την ενεργειακή κρίση. Η παροχή κινήτρων για τον εξηλεκτρισμό θα είναι καθοριστική για την επίτευξη του στόχου του 32% έως το 2030, όπως προβλέπει η Συμφωνία για Καθαρή Βιομηχανία.





