Το σκεπτικό πίσω από τη νέα ρύθμιση είναι να περιοριστεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός και να δημιουργηθούν ισότιμοι όροι στην ευρωπαϊκή αγορά, προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Ωστόσο, για τους καταναλωτές φαίνεται πως τα πράγματα δεν είναι ακόμη ξεκάθαρα, αφού προκύπτουν πολλά ερωτήματα σχετικά με το ποιος πληρώνει την επιβάρυνση και τι θα ισχύσει με τις παραγγελίες που έχουν ήδη δρομολογηθεί.
Σύμφωνα με την εγκύκλιο της ΑΑΔΕ: «Στην τελωνειακή ορολογία, το μέρος που πρέπει να πληρώσει τον τελωνειακό δασμό ονομάζεται διασαφιστής και καθίσταται ο οφειλέτης. Η νομοθεσία για την εφαρμογή του τελωνειακού δασμού των €3 ορίζει ρητά ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να είναι ο καταναλωτής.
Η νομική ευθύνη για την ορθή καταβολή του τελωνειακού δασμού των €3 κατά την άφιξη στην ΕΕ βαρύνει τις πλατφόρμες και τους πωλητές, ή τον μεταφορέα ή τον πράκτορα που δηλώνει τα εμπορεύματα στις τελωνειακές αρχές. Συνεπώς, δεν πρόκειται για χρέωση που εισπράττεται από τον αγοραστή κατά την παράδοση».
Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, το μεταβατικό αυτό καθεστώς θα ισχύσει έως τις 30 Ιουνίου 2028. Από την 1η Ιουλίου 2028 θα εφαρμοστεί το νέο ενιαίο δασμολογικό σύστημα της ΕΕ, με τον εισαγωγικό δασμό να υπολογίζεται με βάση τη δασμολογική κατηγορία κάθε προϊόντος.
Τι ίσχυε μέχρι σήμερα
Οι δημοφιλείς κινεζικές πλατφόρμες προσάρμοσαν την εμπορική τους πολιτική, προκειμένου να περιορίσουν τις επιπτώσεις που έχει το τέλος των 3 ευρώ στους τους πελάτες τους.
Πρόκειται ουσιαστικά για την πλήρη αναδιάρθρωση του εφοδιαστικού τους μοντέλου, με τη μεταφορά των αποθεμάτων τους σε αποθήκες εντός της ΕΕ.
Μέχρι σήμερα, οι δύο μεγάλες πλατφόρμες έστελναν τα προϊόντα «απευθείας στον καταναλωτή», δηλαδή κάθε online παραγγελία αντιστοιχούσε σε ένα ξεχωριστό δέμα που ταξίδευε αεροπορικώς από το κινέζικο εργοστάσιο ή την αποθήκη και έφτανε κατευθείαν στο σημείο παραλαβής που είχε οριστεί από τον πελάτη στην Ευρώπη.
Υπό από το καθεστώς de minimis, που ίσχυε μέχρι πρότινος, αυτά τα δέματα περνούσαν τα σύνορα χωρίς δασμούς, εφόσον η αξία τους ήταν κάτω των 150€.
Ωστόσο, με το τέλος 3 ευρώ ανά κατηγορία προϊόντος, το μοντέλο αυτό καθίσταται πολύ ακριβό, ειδικά αν υπολογίσει κανείς τις πολύ χαμηλές τιμές που έχουν συνήθως τα προϊόντα σε αυτές τις πλατφόρμες.
Παράδειγμα χρέωσης
Εάν ένας καταναλωτής κάνει μία παραγγελία με τρία διαφορετικά είδη προϊόντων – για παράδειγμα: ένα ρούχο, ένα φλιτζάνι και έναν φορτιστή – τότε θα επιβαρυνθεί με 3 ευρώ ανά είδος, άρα με 9 ευρώ στο σύνολο.
Σε μία μέση παραγγελία αξίας 30 ευρώ, μιλάμε συνεπώς για δασμό περίπου 10%.
Ο ελιγμός Shein και Temu
Η λύση που βρήκαν οι μεγάλες κινεζικές πλατφόρμες είναι να σταματήσουν να στέλνουν μεμονωμένες τις παραγγελίες απευθείας από την Κίνα, αλλά να μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες στις αποθήκες τους εντός ΕΕ μέσω τυπικών εμπορικών εισαγωγών και από εκεί να εκτελούν τις παραγγελίες των πελατών τους.
Δηλαδή, θα κάνουν ό,τι ακριβώς θα έκανε και κάθε ευρωπαϊκός λιανοπωλητής, με αποτέλεσμα να γλυτώνουν το τέλος των 3 ευρώ για κάθε είδος προϊόντος.
Τα φορτία που θα εισάγονται μαζικά στην ΕΕ, ναι μεν, θα υπόκεινται σε κανονικούς εμπορικούς δασμούς, όμως το κόστος θα επιμερίζεται σε τεράστιο όγκο προϊόντων, αντί να επιβαρύνεται κάθε μεμονωμένη online παραγγελία ξεχωριστά.
«Ships from Europe»
Αυτό σημαίνει πως στο εξής όλο και περισσότερα προϊόντα θα φέρουν την ένδειξη «Ships from Europe» ή «EU Warehouse», καθώς θα βρίσκονται ήδη εντός ΕΕ και ο τελικός καταναλωτής δεν θα επιβαρύνεται με τα 3 ευρώ, αφού η εισαγωγή θα έχει ολοκληρωθεί σε προγενέστερο στάδιο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Shein έχει ήδη επεκτείνει το αποθηκευτικό της δίκτυο εντός ΕΕ στο Βρότσλαβ της Πολωνίας, ενισχύοντας παράλληλα τις χύδην αποστολές προϊόντων προς την ΕΕ. Μάλιστα, είχε προχωρήσει σε αυτά τα μέτρα ήδη πολλούς μήνες πριν από την επιβολή του τέλους των 3 ευρώ.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Amazon που μέσω της χαμηλού κόστους υπηρεσίας της Amazon Haul, δηλώνει ότι το 97% των αποστολών της εντός ΕΕ εκτελείται ήδη από αποθήκες εντός της Ένωσης, γεγονός που την αφήνει σχεδόν ανεπηρέαστη από το νέο τέλος.
Δύσκολο «στοίχημα» για τους Ευρωπαίους εμπόρους
Οι έμποροι στην ΕΕ χαιρέτισαν την πρωτοβουλία της ένωσης, προσδοκώντας ότι θα υπάρξει εξισορρόπηση του ανταγωνισμού. Ωστόσο, με τον ελιγμό των κινεζικών e-shops, η επιτυχία του εγχειρήματος τίθεται εν αμφιβόλω.
Όπως τόνισε ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών (ΕΣΑ), το μέτρο είναι σωστό, αλλά έχει κυρίως εισπρακτικό χαρακτήρα, γεγονός που δεν θεωρείται αρκετό για να αποθαρρύνει ουσιαστικά τις αγορές από τις συγκεκριμένες πλατφόρμες.
Ο ΕΣΑ, μάλιστα, πρότεινε την επιβολή και ενός πρόσθετους εθνικού τέλους εντός των ορίων που επιτρέπει η Ευρωπαϊκή νομοθεσία, θεωρώντας πως έτσι θα προστατευθεί περισσότερο το ελληνικό εμπόριο.
Παράλληλα, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιά έδωσε έμφαση στις προδιαγραφές ασφαλείας, τονίζοντας πως, παρά το τέλος των 3 ευρώ, θα συνεχίσουν να εισάγονται προϊόντα στην ΕΕ χωρίς να διασφαλίζεται στην πράξη ότι πληρούν στον ίδιο βαθμό τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές ασφάλειας, ποιότητας και προστασίας του καταναλωτή που υποχρεούνται να τηρούν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Κατά τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, Σταύρο Καφούνη, είναι θετικό που οι ελληνικές τελωνειακές αρχές θα έχουν πλέον μεγαλύτερη δυνατότητα να γνωρίζουν, να ελέγχουν και να εποπτεύουν τη διακίνηση ενός προϊόντος, ενώ όπως τονίζει ο ίδιος οι καταναλωτές θα προστατεύονται πιο αποτελεσματικά.
Υπογραμμίζει, παράλληλα, ότι «το επόμενο βήμα είναι εξίσου σημαντικό με το σημερινό, να διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή του νέου πλαισίου θα ενισχύσει τον θεμιτό ανταγωνισμό χωρίς να μεταφέρει δυσανάλογα το βάρος στον τελικό καταναλωτή».
Τα υπέρ και τα κατά για τους καταναλωτές
Τελικά, με την ολική αυτή αναδιάρθρωση του εφοδιαστικού μοντέλου, οι καταναλωτές αναμένεται να βγουν – εν μέρει τουλάχιστον – κερδισμένοι, αφού θα μειωθούν οι χρόνοι παράδοσης των προϊόντων.
Τα προϊόντα που παραγγέλνουν θα βρίσκονται ήδη σε ευρωπαϊκό έδαφος, επομένως οι ίδιοι θα χρειάζεται να περιμένουν λιγότερο για να τα παραλάβουν σε σχέση με το παρελθόν.
Ωστόσο, από την άλλη, δεν αποκλείεται σε βάθος χρόνου οι τιμές τελικά να αυξηθούν, αφού η νέα συνθήκη είναι πιο δαπανηρή για τις εταιρείες απ’ ό,τι ήταν η αποστολή μεμονωμένων πακέτων στους Ευρωπαίους καταναλωτές. Το επιπλέον αυτό κόστος αναμένεται αργά ή γρήγορα να επιβαρύνει τον τελικό παραλήπτη των προϊόντων.



