Η εταιρεία του Gianluigi Aponte βεβαίως έσπευσε να απορρίψει τα σχετικά σενάρια ως αβάσιμα. Ωστόσο, το γεγονός ότι η συζήτηση άνοιξε δεν είναι τυχαίο, γιατί η MSC δεν είναι πλέον η εταιρεία που αναπτύσσεται αποκλειστικά μέσω οργανικής μεγέθυνσης και αγορών μεταχειρισμένων πλοίων.
Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να χτίζει συμμετοχές σε ναυτιλιακές και logistics εταιρείες, διευρύνοντας την επιρροή της πέρα από τον παραδοσιακό πυρήνα των δραστηριοτήτων της.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει αρκετούς αναλυτές να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο μιας μεγαλύτερης κίνησης στο μέλλον. Και μεγαλύτερη κίνηση από τη Hapag-Lloyd δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει.
Η γερμανική εταιρεία αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της παγκόσμιας liner ναυτιλίας. Διαθέτει στόλο εκατοντάδων πλοίων, ισχυρή παρουσία σε όλες τις βασικές εμπορικές γραμμές και κατέχει κεντρικό ρόλο στη νέα συνεργασία Gemini με τη Maersk.
Μια ενδεχόμενη συμμετοχή της MSC θα δημιουργούσε έναν επιχειρηματικό γίγαντα με πρωτοφανή επιρροή στις διεθνείς μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων.
Το πρόβλημα είναι ότι η Hapag-Lloyd δεν είναι μια συνηθισμένη εισηγμένη εταιρεία.
Πίσω από τις μετοχές της βρίσκεται ένα ιδιαίτερα ισχυρό πλέγμα στρατηγικών μετόχων, το οποίο δημιουργήθηκε ακριβώς για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη. Μόλις ένα μικρό ποσοστό των μετοχών κυκλοφορεί ελεύθερα στην αγορά.
Το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στα χέρια του Γερμανού δισεκατομμυριούχου Klaus-Michael Kühne, της χιλιανής CSAV, του κρατικού επενδυτικού ταμείου του Κατάρ και του αντίστοιχου επενδυτικού ταμείου της Σαουδικής Αραβίας.
Πέρα όμως από τους αριθμούς, υπάρχει και κάτι βαθύτερο, το Αμβούργο.
Για το Αμβούργο, η Hapag-Lloyd δεν είναι απλώς μια ναυτιλιακή εταιρεία. Αποτελεί μέρος της οικονομικής και ιστορικής της ταυτότητας.
Η τοπική αυτοδιοίκηση διατηρεί συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο και έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία οποιαδήποτε αλλαγή ιδιοκτησιακού ελέγχου σε επιχειρήσεις που συνδέονται με το λιμάνι και τη ναυτιλιακή παράδοση της πόλης.
Ακόμη όμως και αν ξεπεραστεί το πολιτικό και μετοχικό εμπόδιο, υπάρχει ένα δεύτερο, ίσως ακόμη μεγαλύτερο. Για το Αμβούργο, αλλά και για πολλούς άλλους, η MSC δεν είναι επενδυτής. Είναι ανταγωνιστής.
Μια συμμετοχή της στη μετοχική σύνθεση της Hapag-Lloyd θα προκαλούσε σχεδόν αυτόματα ερωτήματα από τις αρχές ανταγωνισμού σε Ευρώπη, Ηνωμένες Πολιτείες και Ασία και οι ρυθμιστικές αρχές ήδη παρακολουθούν στενά τη συγκέντρωση ισχύος στον κλάδο των containers μετά τα τεράστια κέρδη της περιόδου της πανδημίας και τις διαδοχικές ανακατατάξεις των τελευταίων ετών.
Στην εξίσωση αυτή θα πρέπει να προστεθεί και η Maersk. Η δανέζικη εταιρεία έχει επενδύσει σημαντικά στη νέα στρατηγική συνεργασία Gemini με τη Hapag-Lloyd. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα έβλεπε με αδιαφορία την είσοδο της MSC στο μετοχικό κεφάλαιο του βασικού της εταίρου, μόλις λίγους μήνες μετά το τέλος της πολυετούς συμμαχίας 2M.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η Hapag-Lloyd βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με πολύπλοκες εγκρίσεις και ελέγχους γύρω από τη συμφωνία της με τη ZIM, γεγονός που περιπλέκει ακόμη περισσότερο οποιαδήποτε νέα επιχειρηματική κίνηση.
Για την ώρα, η MSC επιμένει ότι τα σενάρια δεν έχουν βάση. Ωστόσο, η συζήτηση που άνοιξε αποκαλύπτει κάτι σημαντικότερο, ότι στην πίσω μεριά του μυαλού της αγοράς των κοντέινερ η εποχή των μεγάλων συγκεντρώσεων στον κλάδο δεν έχει τελειώσει.



