Παράλληλα, ο ιστορικός ναυτιλιακός φορέας επαναφέρει στο τραπέζι μια πρόταση με ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα, τη διερεύνηση της δυνατότητας λειτουργίας δεύτερης Πλοηγικής Υπηρεσίας, στα πρότυπα που εφαρμόζονται σε μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια.
Με επιστολή προς το υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, η ΔΝΕ ζητά κατεπείγουσα συνάντηση με την πολιτική ηγεσία, περιγράφοντας μια κατάσταση που, όπως υποστηρίζει, δημιουργεί σημαντικές δυσλειτουργίες στην εξυπηρέτηση των πλοίων.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει, τόσο τα πλοία που εισέρχονται στον εμπορικό λιμένα όσο και εκείνα που έχουν ολοκληρώσει τις εργασίες τους αναγκάζονται σε αρκετές περιπτώσεις να περιμένουν για περισσότερες από τρεις ώρες μέχρι να εξυπηρετηθούν από πλοηγό.
Η συνέπεια, σύμφωνα με τη Διεθνή Ναυτική Ένωση, είναι η επιμήκυνση του συνολικού χρόνου παραμονής των πλοίων στο λιμάνι, η καθυστέρηση των φορτοεκφορτώσεων και η επιβάρυνση της ανταγωνιστικής θέσης του Πειραιά απέναντι σε άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια, όπου οι αντίστοιχες διαδικασίες ολοκληρώνονται ταχύτερα.
Στην επιστολή διευκρινίζεται ότι το πρόβλημα δεν αποδίδεται στους ίδιους τους πλοηγούς. Αντίθετα, γίνεται λόγος για τις «υπεράνθρωπες προσπάθειες» που καταβάλλουν, επισημαίνοντας όμως ότι ο Πλοηγικός Σταθμός Πειραιά δεν διαθέτει σήμερα την επιχειρησιακή δυνατότητα να ανταποκριθεί έγκαιρα στο σύνολο των απαιτούμενων πλοηγήσεων.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, η Ένωση επαναφέρει τρεις συγκεκριμένες προτάσεις. Η πρώτη αφορά τη μόνιμη ενίσχυση του Πλοηγικού Σταθμού με πρόσθετο ανθρώπινο δυναμικό, ώστε να μειωθούν οι χρόνοι αναμονής και να περιοριστεί η επιβάρυνση των υπηρετούντων πλοηγών.
Η δεύτερη προβλέπει τη δημιουργία πλοηγικής βάσης ή υποσταθμού στην κεφαλή του Προβλήτα ΙΙ του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιά, με στόχο την ταχύτερη εξυπηρέτηση των πλοίων που προσεγγίζουν τον μεγαλύτερο εμπορευματικό σταθμό της χώρας.
Η τρίτη πρόταση είναι και η πλέον ουσιαστική από θεσμικής πλευράς. Η Διεθνής Ναυτική Ένωση εισηγείται να εξεταστεί η δυνατότητα παράλληλης λειτουργίας δεύτερης Πλοηγικής Υπηρεσίας, στα πρότυπα μεγάλων ευρωπαϊκών λιμένων, υπογραμμίζοντας ότι οποιαδήποτε αλλαγή θα πρέπει να διατηρήσει στο ακέραιο το υψηλό επίπεδο ασφάλειας της ναυσιπλοΐας.
Η συγκεκριμένη πρόταση αναμένεται να προκαλέσει συζήτηση στον ναυτιλιακό χώρο, καθώς αγγίζει τον τρόπο οργάνωσης μιας κρίσιμης υπηρεσίας για τη λειτουργία του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας.
Σε μια περίοδο κατά την οποία ο Πειραιάς επιχειρεί να ενισχύσει περαιτέρω τον ρόλο του ως διεθνής διαμετακομιστικός κόμβος, η ταχύτητα εξυπηρέτησης των πλοίων αποτελεί βασικό δείκτη ανταγωνιστικότητας, μαζί με την ασφάλεια και την αξιοπιστία των λιμενικών υπηρεσιών.
Η Διεθνής Ναυτική Ένωση επισημαίνει ότι θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά το ζήτημα, μεταφέροντας τις ανησυχίες των μελών της και της ευρύτερης ναυτιλιακής κοινότητας μέχρι να υπάρξει οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος.



