«Αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι προεξοφλεί μελλοντικές αποφάσεις πιστοληπτικής αξιολόγησης, αποτελεί όμως χρήσιμη ένδειξη του βαθμού στον οποίον έχει αλλάξει η αντίληψη της αγοράς για τον κίνδυνο δημόσιου χρέους της Ελλάδος», τόνισε ο διοικητής.
Όπως σημείωσε, μεταξύ των βασικών παραγόντων που έχουν οδηγήσει στις αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας περιλαμβάνονται τα διατηρήσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα, η σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, αλλά και ο περιορισμός του πολιτικού κινδύνου. Ο τελευταίος, όπως ανέφερε, αποτυπώνεται και στη βελτιωμένη θέση της Ελλάδας στον Δείκτη Πολιτικής Σταθερότητας της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Ο κ. Στουρνάρας εκτίμησε ακόμη ότι, προκειμένου η Ελλάδα να αποκτήσει πιστοληπτική αξιολόγηση Α πριν από το 2030, απαιτούνται συνεχείς βελτιώσεις στην ποιότητα των θεσμών. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση θα πρέπει, όπως είπε, να αρχίσουν σταδιακά να αποτυπώνονται σε υψηλότερες βαθμολογίες της χώρας στους θεσμικούς δείκτες που παρακολουθούν και οι οίκοι αξιολόγησης.
Ο διοικητής της ΤτΕ αναφέρθηκε επίσης στην πρόοδο που έχει σημειωθεί στο δικαστικό σύστημα. Όπως επεσήμανε, η μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη έχει ήδη οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα, καθώς ο μέσος χρόνος έκδοσης πρωτόδικης απόφασης έχει μειωθεί τουλάχιστον στο μισό, στις περίπου 357 ημέρες, έναντι 774 ημερών πριν από τη μεταρρύθμιση. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, πρόσθεσε, αναμένει ότι ο απαιτούμενος χρόνος για την τελεσιδικία θα συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έως το 2027.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους επενδυτές, υπογράμμισε ο κ. Στουρνάρας, καθώς οι ταχύτερες και πιο προβλέψιμες δικαστικές διαδικασίες ενισχύουν την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.





