Για να αξιολογήσει ποιες πόλεις προσφέρουν το πιο άνετο επίπεδο διαβίωσης, με τη μικρότερη οικονομική επιβάρυνση σε σχέση με το μηνιαίο εισόδημα, η Tradingpedia συνέκρινε δεδομένα από 37 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, λαμβάνοντας υπόψη τα καθημερινά έξοδα και τους μέσους μηνιαίους μισθούς. Προχώρησε σε μια ολοκληρωμένη ανάλυση των βασικών εξόδων, όπως η στέγαση, η διατροφή, οι μεταφορές, η προσωπική φροντίδα και η ψυχαγωγία, και διαμόρφωσε μια σαφή εικόνα «προσιτότητας» για ολόκληρη την ήπειρο.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι το υψηλό κόστος δεν υποδηλώνει πάντα μη προσιτές τιμές. Για παράδειγμα, η Βέρνη και η Κοπεγχάγη είναι από τις πιο ακριβές πρωτεύουσες, ωστόσο κατατάσσονται και στις πιο προσιτές, καθώς τα βασικά μηνιαία έξοδα αντιπροσωπεύουν μόλις το 40,6% έως 54,7% του μέσου μηνιαίου μισθού. Από την άλλη πλευρά, το Κισινάου κατατάσσεται τρίτο στις χαμηλότερες τιμές στην Ευρώπη, αλλά ταυτόχρονα είναι και από τις λιγότερο προσιτές, καθώς τα μηνιαία έξοδα ανέρχονται στο 104,1% του μέσου μισθού.
Οι προνομιούχες πρωτεύουσες
Με βάση τη σύγκριση τιμών και εισοδήματος, πιο προνομιούχες πρωτεύουσες για να ζεις -αν είσαι ντόπιος- αναδεικνύονται το Λουξεμβούργο, η Βέρνη και οι Βρυξέλλες, όπου τα έξοδα αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 50% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος.
Πιο αναλυτικά, το Λουξεμβούργο αναδεικνύεται η πιο προσιτή ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Ένα άτομο ξοδεύει περίπου 2.237 ευρώ τον μήνα σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως ενοίκιο, φαγητό και μεταφορές, ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο 40,2% του μέσου μισθού της πόλης, που ανέρχεται σε 5.590 ευρώ. Ετσι, μένουν στους κατοίκους 3.353 ευρώ κάθε μήνα για να αποταμιεύουν ή να ξοδεύουν.
Στη Βέρνη, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 2.540 ευρώ, αντιπροσωπεύοντας μόνο το 40,6% του μέσου ελβετικού μισθού, ο οποίος βρίσκεται στα 6.262 ευρώ.
Οι Βρυξέλλες κατατάσσονται τρίτες, με κόστος που ανέρχεται σε μόλις 49,6% του μέσου μηνιαίου μισθού. Ένα άτομο ξοδεύει περίπου 1.376 ευρώ τον μήνα, ενώ το μέσο εισόδημα ανέρχεται σε 2.773 ευρώ.
Οι πιο απρόσιτες πόλεις της Ευρώπης-Τρίτη η Αθήνα
Στον αντίποδα, οι κάτοικοι της Βαρσοβίας και των Τιράνων αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο οικονομικό βάρος, με τα έξοδα διαβίωσης να υπερβαίνουν τα μέσα μηνιαία κέρδη κατά περισσότερο από 20% και Τρίτη πιο απρόσιτη πρωτεύουσα στην Ευρώπη την Αθήνα.
Πιο συγκεκριμένα, η Βαρσοβία, κατατάσσεται ως η λιγότερο προσιτή ευρωπαϊκή πρωτεύουσα για τον μέσο κάτοικό της, που κερδίζει 1.701 ευρώ αλλά πληρώνει 2.167 ευρώ, έχοντας μηνιαίο έλλειμμα 466 ευρώ. Το υψηλό κόστος για στέγαση, φαγητό και ψυχαγωγία επιβαρύνει τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών.
Τα Τίρανα αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα, με μέσο μηνιαίο κόστος διαβίωσης 818 ευρώ και μέσο μισθό μόλις 673 ευρώ.
Η Αθήνα κατατάσσεται ως η τρίτη πιο απρόσιτη πρωτεύουσα στην Ευρώπη, με μέσο καθαρό μισθό 1.017 ευρώ και βασικά μηνιαία έξοδα που φτάνουν τα 1.149 ευρώ, δηλαδή υπερβαίνουν το εισόδημα κατά 132 ευρώ. Παρά τη μεσογειακή γοητεία και την πολιτιστική της απήχηση, η ζωή στην Αθήνα παραμένει ένας οικονομικός αγώνας δρόμου για τους κατοίκους της, αναφέρει εύστοχα η έκθεση.
Μάλιστα, η στεγαστική κρίση είναι το στοιχείο που επηρεάζει πιο έντονα τα ελληνικά νοικοκυριά, με τη χώρα μας να βρίσκεται στη χειρότερη θέση ήπειρο, αφού το κόστος στέγασης για το 28,5% των νοικοκυριών υπερβαίνει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι μόλις στο 8,8%.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τιμές των διαμερισμάτων στη χώρα μας αυξήθηκαν κατά 6,6% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2024, πλησιάζοντας το ιστορικό υψηλό του γ’ τριμήνου του 2008.Η αύξηση είναι ακόμη πιο έντονη στα νεόδμητα διαμερίσματα, αγγίζοντας το 9,1%, ενώ οι τιμές των παλαιότερων ακινήτων κινήθηκαν ανοδικά κατά 4,9%.
Ακόμη χειρότερη είναι η εικόνα των ενοικίων αφού τα τελευταία χρόνια, η ενοικίαση έχει αποδειχθεί για πολλούς μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Οι τιμές τραβούν συνεχώς την ανηφόρα, ενώ όσοι αναζητούν να μισθώσουν ακίνητο τη συγκεκριμένο περίοδο τις χαρακτηρίζουν ως εξωπραγματικές, ακόμη και αν πρόκειται για παλιά, μικρά σπίτια.
Έτσι, μολονότι τα ενοίκια παραμένουν χαμηλότερα από τα επίπεδα-ρεκόρ του 2011, κατέγραψαν σημαντική άνοδο το 2025, φθάνοντας τους δείκτες στο 109,7 (με έτος βάσης 2007=100) έναντι 99,9 το 2024.







