Το κοινό μοτίβο δράσης των «δήθεν τζογαδόρων» οδήγησε την Αρχή στα ίχνη τους. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε ύστερα από διασταύρωση των φορολογικών τους δηλώσεων με τα ποσά που δήλωναν ότι διέθεταν για τζόγο, τα οποία δεν δικαιολογούνταν από τα επίσημα εισοδήματά τους.
Ο μηχανισμός ξεπλύματος
Οι ελεγχόμενοι φαίνεται πως είχαν βρει έναν ευρηματικό τρόπο για να «καθαρίζουν» βρώμικο χρήμα. Αρχικά άνοιγαν ηλεκτρονικό παικτικό λογαριασμό σε στοιχηματικές εταιρείες, αποκτώντας έναν μοναδικό κωδικό. Στον λογαριασμό αυτόν κατέθεταν μετρητά, τα οποία εμφανίζονταν ως χρήματα για τυχερά παιχνίδια, ενώ τα όποια κέρδη πιστώνονταν επίσης εκεί.
Εκμεταλλευόμενοι κενά της νομοθεσίας, μετέβαιναν σε καταστήματα που λειτουργούσαν ως συνεργαζόμενοι πράκτορες των στοιχηματικών εταιρειών –όπως ψιλικατζίδικα, μίνι μάρκετ και πρατήρια καυσίμων– και κατέθεταν μετρητά στους παικτικούς τους λογαριασμούς.
Τα ποσά αυτά στη συνέχεια εμφανίζονταν ως κέρδη από ηλεκτρονικό τζόγο και μεταφέρονταν νόμιμα πλέον στους προσωπικούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς.
Η Αρχή, υπό τον πρόεδρό της Χαράλαμπο Βουρλιώτη, έχει ενημερώσει ήδη την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων, ενώ οι τραπεζικοί λογαριασμοί και η συνολική περιουσία των περίπου 200 εμπλεκομένων ελέγχονται εξονυχιστικά από τα έμπειρα στελέχη της.





