Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Η Barclays υπογραμμίζει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία έχει επιτρέψει στην Ελλάδα να μειώνει το δημόσιο χρέος με ταχύτερο ρυθμό σε σύγκριση με χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, εξέλιξη που –βάσει και των προβλέψεων του ΔΝΤ– αναμένεται να συνεχιστεί τα επόμενα έτη. Αν και το επίπεδο του χρέους παραμένει υψηλό, κοντά στο 147% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2025, η σταθερή καθοδική πορεία του λειτουργεί υποστηρικτικά για την αποτίμηση των ελληνικών ομολόγων.
Ο οίκος εξηγεί ότι το υψηλότερο αρχικό επίπεδο χρέους αποτελεί βασικό λόγο για τον οποίο τα ελληνικά spreads έναντι του γερμανικού Bund εξακολουθούν να είναι ευρύτερα από εκείνα της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί πως υπάρχει ακόμη περιθώριο περαιτέρω σύγκλισης, έστω και χωρίς τις έντονες κινήσεις του παρελθόντος, καθώς η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να διατηρηθεί και το 2026.
Σημαντικό ρόλο στο θετικό αφήγημα διαδραματίζει και το πολιτικό περιβάλλον. Η Barclays χαρακτηρίζει τους εγχώριους πολιτικούς κινδύνους ως περιορισμένους, επισημαίνοντας ότι η κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία διατηρεί σαφές προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, ενώ οι επόμενες εθνικές εκλογές δεν αναμένονται πριν από το 2027. Η εικόνα αυτή ενισχύει τη σταθερότητα και μειώνει την πιθανότητα αιφνίδιων αναταράξεων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το επενδυτικό κλίμα.
Αναφορικά με την καμπύλη αποδόσεων, η Barclays σημειώνει ότι –όπως και στην υπόλοιπη ευρωπαϊκή περιφέρεια– το μεγαλύτερο περιθώριο περαιτέρω συμπίεσης των spreads εντοπίζεται στο μακρύ άκρο της καμπύλης. Οι βελτιωμένες μακροοικονομικές προοπτικές και η πολιτική σταθερότητα περιορίζουν σταδιακά την επιφυλακτικότητα των επενδυτών έναντι της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής έκθεσης της χώρας.
Η ανάλυση της Barclays έρχεται σε χρονική εγγύτητα με έκθεση της JPMorgan, η οποία υιοθετεί πιο επιφυλακτική στάση για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα. Η αμερικανική τράπεζα προτείνει κατοχύρωση κερδών στη θέση overweight στο 10ετές ελληνικό ομόλογο έναντι της Ισπανίας, εκτιμώντας ότι το μεγαλύτερο μέρος του σχετικού πλεονεκτήματος έχει ήδη αποτιμηθεί από την αγορά.
Όπως διευκρινίζει η JPMorgan, η στάση αυτή δεν συνιστά αρνητική αναθεώρηση για την Ελλάδα, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική για την Ευρωζώνη, όπου απουσιάζουν –κατά την άποψή της– οι ισχυροί καταλύτες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε έντονες μεταβολές στις αποδόσεις. Με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να τηρεί στάση αναμονής, η αγορά φαίνεται να κινείται εντός εύρους, με το ενδιαφέρον να στρέφεται κυρίως σε στρατηγικές carry και σχετικής αξίας.



