Σε αυτό το πλαίσιο και με το βλέμμα στραμμένο στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, η ΤτΕ υπογραμμίζει ότι οι προκλήσεις είναι πολλές, αλλά και οι ευκαιρίες για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της βιωσιμότητας του χρέους εξίσου σημαντικές.
Μοχλός ανάπτυξης οι επενδύσεις - Τα «απόνερα» του ΤΑΑ
Σύμφωνα με την ΤτΕ, η ελληνική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει σταθερή αναπτυξιακή δυναμική τα επόμενα χρόνια και να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ταχύτερο ρυθμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η ισχυρή αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης στηρίζεται στην ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, καθώς η απασχόληση εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να ανακάμπτει, οι μισθοί να αυξάνονται και ο πληθωρισμός να υποχωρεί σταδιακά.
Οι επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν με υψηλούς ρυθμούς και εντός του 2026, ενώ με τη λήξη της περιόδου υλοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης στα τέλη του έτους, προβλέπεται επιβράδυνση την περίοδο 2027-2028.
Στα θετικά συγκαταλέγεται το γεγονός πως, παρότι όλες οι επιχορηγήσεις του ΤΑΑ θα έχουν εκταμιευθεί έως το τέλος του 2026, το σκέλος των δανείων θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί επενδύσεις και μετά το 2026.
Παράλληλα, η έντονη επενδυτική δραστηριότητα των τελευταίων ετών αναμένεται να έχει ευνοϊκές δευτερογενείς επιδράσεις, επηρεάζοντας θετικά την οικονομική ανάπτυξη και πέραν του 2026.
Ωστόσο, οι δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να μειωθούν απότομα το 2027, λόγω της ολοκλήρωσης των εκταμιεύσεων από το ΤΑΑ.
Οι συνολικές εξαγωγές αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται δυναμικά μέχρι το 2028, σε συνάρτηση με την ενισχυμένη ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και τη βελτίωση της εξωτερικής ζήτησης.
Ωστόσο, η συμβολή του εξωτερικού τομέα στο ΑΕΠ αναμένεται να είναι ελαφρώς αρνητική στο άμεσο μέλλον, λόγω της έντονης επενδυτικής δραστηριότητας που θα οδηγήσει σε ταχεία αύξηση των εισαγωγών, καθώς και λόγω του υψηλού εισαγωγικού περιεχομένου της εγχώριας κατανάλωσης.
Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αναμένεται να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται σε όλο τον χρονικό ορίζοντα των προβλέψεων. Την περίοδο 2026-27, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2,2%, ενώ το 2028 προβλέπεται εφάπαξ επιτάχυνση στο 2,5%, λόγω της ενσωμάτωσης των επιπτώσεων του συστήματος ETS2.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να περιοριστεί, λόγω της ενίσχυσης των εξαγωγών και των εισροών τόσο από το ΤΑΑ όσο και από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027, παρά την αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών. Η αύξηση των τουριστικών αφίξεων, η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και η δυναμική της κρουαζιέρας θα συμβάλουν στην αύξηση – αν και με χαμηλότερο ρυθμό – των εισπράξεων από ταξιδιωτικές υπηρεσίες.
Οι απειλές για την ανάπτυξη
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις ανάπτυξης είναι κυρίως καθοδικοί και σχετίζονται με: α) επιδείνωση της γεωπολιτικής κατάστασης και περαιτέρω αύξηση της οικονομικής αβεβαιότητας, β) περαιτέρω ενίσχυση του προστατευτισμού, γ) πιο επίμονο πληθωρισμό, δ) στενότερη αγορά εργασίας και αυξημένες πιέσεις στους μισθούς, ε) πιθανά φυσικά καταστροφικά φαινόμενα λόγω της κλιματικής κρίσης, στ) χαμηλότερη απορρόφηση και αξιοποίηση των πόρων του RRF και ζ) βραδύτερη υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Οι ανοδικοί κίνδυνοι συνδέονται με: α) υψηλότερο δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή την περίοδο 2026-27 και β) καλύτερες εξελίξεις στον τουρισμό.
Υποστηρικτικές πολιτικές και μέτρα της ΕΕ και της ΕΚΤ
Η ΤτΕ επισημαίνει ότι περισσότερα από 30 δισ. ευρώ αναμένεται να εισρεύσουν στην ελληνική οικονομία μέχρι το 2027, από συνολική κατανομή 70 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-2027. Περίπου τα μισά αφορούν το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Ανάκαμψης (NGEU), ενώ τα υπόλοιπα προέρχονται από τα διαρθρωτικά ταμεία του κοινοτικού προϋπολογισμού 2021-2027.
Οι πόροι του NGEU κατευθύνονται σε έργα υψηλής προστιθέμενης αξίας που ενισχύουν την ανάπτυξη, στους τομείς της εξοικονόμησης ενέργειας, της πράσινης μετάβασης, του ψηφιακού μετασχηματισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, της απασχόλησης, της κοινωνικής συνοχής και των ιδιωτικών επενδύσεων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η πλήρης υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ανάκαμψης θα συμβάλει σε σωρευτική αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά περίπου 7% έως το 2026, κυρίως μέσω της ενίσχυσης των συνολικών επενδύσεων και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών. Παράλληλα, θα ενισχύσει την απασχόληση, τις ιδιωτικές επενδύσεις, τις εξαγωγές και τα φορολογικά έσοδα.
Η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που συνδέονται με το NGEU εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μόνιμη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ και της συνολικής παραγωγικότητας σε ορίζοντα δεκαετίας.
Βασικές προκλήσεις
Βραχυπρόθεσμες προκλήσεις οικονομικής πολιτικής:
- Συγκράτηση του πληθωρισμού
- Επιτάχυνση των επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω της κινητοποίησης των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων
- Αντιμετώπιση ελλείψεων στην αγορά εργασίας και αναντιστοιχίας δεξιοτήτων
- Σχεδιασμός στρατηγικών προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και μέτρων πρόληψης φυσικών καταστροφών
- Διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας μέσω επενδύσεων σε καθαρές μορφές ενέργειας
- Διατήρηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.
Μεσοπρόθεσμες έως μακροπρόθεσμες προκλήσεις οικονομικής πολιτικής:
- Διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων για παρατεταμένη περίοδο, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους
- Υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη στήριξη της μακροχρόνιας ανάπτυξης
- Αντιμετώπιση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μέσω ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας
- Επιτάχυνση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και μεταρρυθμίσεων και περαιτέρω βελτίωση της διαχείρισης της κρατικής περιουσίας για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων
- Προώθηση της καινοτομίας, της εκπαίδευσης και του κεφαλαίου γνώσης.



